Του Γ. Λακόπουλου


Η επιλογή ενός επιχειρηματία να αντιπαρατεθεί στο δημόσιο χώρο με έναν πολιτικό είναι κρίσιμη κίνηση. Διαβαίνει τον Ρουβίκωνα. Ειδικά αν αυτός ο επιχειρηματίας είναι ταυτόχρονα μιντιακός παράγων, αλλά και ελεγχόμενος από τη Δικαιοσύνη και ο πολιτικός είναι ο εκλεγμένος Πρωθυπουργός. Αντιπαρατίθεται ταυτόχρονα και με ένα μεγάλο κόμμα και ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας- χωρίς τη νομιμοποίηση που προϋποθέτει η πολιτική αντιδικία.

Τα πρόσφατα περιστατικά που υπήρξαν θρυαλλίδα για την εφ’ όλης της ύλης δημόσια σύγκρουσή του εφοπλιστή και εκδότη Βαγγέλη Μαρινάκη με την κυβέρνηση, είναι γνωστά: τα δικά του έντυπα επιχείρησαν να κολλήσουν το στίγμα του μιζαδόρου ή του προστάτη μιζαδόρων, σ’ έναν υπουργό, προκαλώντας την κυβερνητική αντίδραση -με το nonpapers που τον στολίζει με βαρύτατους χαρακτηρισμούς.

Προφανώς κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίζει «ναρκέμπορο» κάποιον, χωρίς να τον βαρύνει καμία συναφής καταδίκη -ούτε καν ο εισαγγελέας στη δίκη, αν υπάρξει δίκη. Αλλά ούτε και μια εφημερίδα του Μαρινάκη μπορεί χωρίς στοιχεία να διατυπώνει βαρύτατους υπαινιγμούς για έναν πολιτικό σαν τον Τσακαλώτο. Γιατί εκεί πάει το πράγμα. Δίκην συμμετοχής στην επιχείρηση αποδόμησης του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς.

Προς το παρόν φάνηκε ότι η εκκαθάριση θα γίνει στη Δικαιοσύνη. Αλλά ο επιχειρηματίας πήρε μια πρωτοβουλία που, αν δεν είναι κάτι χειρότερο, είναι τουλάχιστον λάθος: τηλεφώνησε στον Τζανακόπουλο μέσα στη νύχτα. Έχει κάθε δικαίωμα να προσφύγει στη Δικαιοσύνη για το συγκεκριμένο non paper- αλίμονο αν δεν το έκανε. Αλλά δεν έχει κανένα λόγο να τηλεφωνεί προσωπικά σε έναν υπουργό και να ζητάει τα …στοιχεία του συντάκτη του επίμαχου κειμένου. Γιατί απλούστατα δεν υπάρχει συντάκτης και δεν υπάρχει «κείμενο» – γι’ αυτό το λένε non paper.

Η κατά αυτόν τον τρόπο ανεπίσημη διατύπωση απόψεων από τα κόμματα και τους πολιτικούς είναι μια διαδεδομένη πρακτική. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα και στοχευμένα από το κόμμα το οποίο υποστηρίζουν οι εφημερίδες του- που γνωρίζουν ότι δεν «προσωποποιούνται» αυτά τα κείμενα. Την πολιτική ευθύνη έχει συνολικά ο φορέας στον οποίο αποδίδεται το περιεχόμενο ενός non paper που κοινοποιείται προς ενημέρωση των αποδεκτών. Είναι μια -κακή- «σύμβαση» αμοιβαίας διευκόλυνσης με τα ΜΜΕ . Περισσότερο απρόσωπη από τις «δηλώσεις κύκλων», αλλά περισσότερο «χρήσιμη» εκατέρωθεν από το off the record». Αλλά δεν έχει «συντάκτη».

Λάθη ή επιλογές;

Και η ποινική ευθύνη; Προφανώς μπορεί να αναζητηθεί. Όποιος θίγεται από τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει δια της Δικαιοσύνης αποκατάσταση, στρεφόμενος… Στρεφόμενος κατά ποιου άραγε; Κατά του «συντάκτη», που δεν υπάρχει; Ή κατά των ΜΜΕ που δημοσίευσαν όσα ατεκμηρίωτα τους διοχέτευσε κάποιος ανυπόγραφα; Κοντά στο νου κι η γνώση.

Φυσικά μπορεί να στραφεί εναντίον όσων έχουν, κατά τεκμήριο, την πατρότητα αυτών των κείμενων και να τους θεωρήσει υπεύθυνους νομικά για την ευθύνη των χαρακτηρισμών που κρίνει ότι τον θίγουν -εγκαινιάζοντας μια πρακτική που θα δούμε πως θα γίνει δεκτή από τα ΜΜΕ. Αλλά σ’ αυτή τη περίπτωση ο Μαρινάκης έκανε ειδικότερα λάθη. Εκτός αν ήταν επιλογή να το χειριστεί έτσι- κατά την πρακτική που του αποδίδεται ότι προτιμάει.

Πρώτον, η προσωποποίηση της ευθύνης είναι δουλειά της Δικαιοσύνης, όχι δική του. Αυτός προσφεύγει και τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνουν οι εισαγγελείς και οι ανακριτές. Δεύτερον, ακόμη και αν θεώρησε εύλογο να ρωτήσει για τον «συντάκτη, ως νομική προπαρασκευή του, αυτό ήταν δουλειά των δικηγόρων του – κατά προτίμηση σε εργάσιμες ώρες και μέρες. Από πού κι ως πού τηλεφωνεί ο ίδιος στον Τζανακόπουλο για να ζητήσει μια τέτοια πληροφορία; Και τι περίμενε να του πει ο κυβερνητικό εκπρόσωπος; «Μια στιγμή να δω ποιος είχε βάρδια εκείνη τη μέρα»; Είναι προφανές πως όχι.

Πολιτικός αντίπαλος

Είναι προφανέστερο ότι το συγκεκριμένο paper αξιοποιήθηκε ως πρόσχημα για να κλιμακωθεί μια μετωπική σύγκρουση που ο εφοπλιστής δείχνει να έχει επιλέγει πλέον. Αυτό προκύπτει τουλάχιστον από τη μεταγενέστερη δήλωση του με την οποία αποδίδει τη σύνταξή του κειμένου εν τέλει στον Πρωθυπουργό.

Είναι πολιτική δήλωση, στα πλαίσια εμφανώς σχεδιασμένης σύγκρουσης, με αφορμή ένα «επεισόδιο»: τα δημοσιεύματα για την ανύπαρκτη μίζα -που προκλήθηκαν με πρωτοβουλία της πλευράς Μαρινάκη- και το απαντητικό «non paper. Αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι το θέμα άρχισε από το «Βήμα» μια εβδομάδα νωρίτερα. Παρά την πολιτική και δημοσιογραφική σπουδαιότητα που ενσωματώνουν αυτά τα ρεπορτάζ, δεν εμφανίσθηκε καν στη πρώτη σελίδα. Ίσως γιατί η ελλιπής τεκμηρίωση του, έρχεται σε σύγκρουση με την δημοσιογραφική αντίληψη και εμπειρία του διευθυντή της εφημερίδας Αντώνη Καρακούση. Έτσι κατέληξε να αναπαραχθεί από την εβδομαδιαία εφημερίδα του συγκροτήματος- που δεν έχει κανένα ιδιαίτερο κύρος να υπερασπιστεί.
Μισόλογα

Η δήλωση Μαρινάκη είναι πολιτική κίνηση διατυπωμένη με νομική τεχνική. Εκ φεύγει όμως από την άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης της υπόληψής του , απέναντι σε ένα χαρακτηρισμό που διατυπώνεται ανώνυμα, αλλά δραστικά, εναντίον του. Υπερβαίνει ακόμη και το δικαίωμα της υπεράσπισης για την υπόθεση στην οποία φέρεται εμπλεκόμενος, καθώς αυτή η υπεράσπιση έχει νόημα μόνο ενώπιον της Δικαιοσύνης, σε ό,τι αφορά την ουσία της. Οι δίκες δεν γίνονται δια του Τύπου.

Σε κάθε περίπτωση η δήλωση κορυφώνει μια αντιδικία που υπήρχε. Συνιστά γενική πολιτική επίθεση στον πυρήνα της σημερινής διακυβέρνησης και στον πρωθυπουργό προσωπικά από τη σκοπιά της… ΝΔ. Υιοθετεί ακόμη και την λογική των υπαινιγμών της. Π.χ. Τι σημαίνει «Έχω βοηθήσει την κυβέρνησή σας και στο πλαίσιο αυτό έχω συναντηθεί με τον κ. Τσίπρα πολλές φορές στο Μέγαρο Μαξίμου«;

Προφανώς δεν εννοεί ότι χρηματοδότησε τον ΣΥΡΙΖΑ- όπως σπεύδουν να συμπεράνουν κάποιοι- γιατί αναφέρεται σε επισκέψεις στο μέγαρο Μαξίμου. Όπως δεν μπορεί να εννοεί ότι βοήθησε τον Τσίπρα … κατά του Μητσοτάκη. Αν εννοεί ότι συνέδραμε την κυβέρνηση της χώρας σε κάποιο θέμα, γιατί είναι κακό και επιβαρυντικό για τον Πρωθυπουργό; Και γιατί το λέει μισό και δεν ολοκλήρωσε ποτέ και σε τι συνέδραμε, αλλά το αφήνει να πλανάται σε στυλ «άσε, μην ανοίξω το στόμα μου»;

Υπέρ της ΝΔ από μακριά;

Για τη σχέση με τη ΝΔ, εφόσον το λέει ο ίδιος, ισχύει ότι «ουδεμία σχέση έχει με τη ΝΔ και τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη». Άλλωστε και ο ίδιος ο πρόεδρος της ΝΔ το επιβεβαιώνει σε συνομιλητές του, αποδίδοντας «σε άλλο μέλος της οικογένειας» σχέσεις με τον εφοπλιστή. Στη δήλωσή του όμως ο Μαρινάκης χρησιμοποιεί την επιχειρηματολογία και την αντίληψη της ΝΔ και τελικά δεν υπερασπίζεται ακριβώς τον εαυτό του. Κάνει προσωπικά ο ίδιος αντιπολίτευση, υπέρ της ΝΔ.

Κάποιοι διορατικοί παρατηρούν ότι μπορεί ο ίδιος να «μην έχει σχέση με τη ΝΔ και τον Μητσοτάκη», του οφείλουν όμως πολλά, αν κριθεί από την υποστήριξη που παρέχουν στην αξιωματική αντιπολίτευση οι εφημερίδες του. Για τους ενημερωμένους αυτό απέχει από τη θέση «δεν ανακατεύομαι, δεν έχω συμφέροντα, κάντε τη δουλειά σας σαν δημοσιογράφοι, αλλά τεκμηριωμένα», όπως έλεγε στους επιτελείς των εφημερίδων όταν αγόρασε τον ΔΟΛ.

Έρχεται σε εμφανή αντίθεση με τις στενές σχέσεις που έχει με κεντρικά στελέχη της ΝΔ- σε βαθμό που να του αποδίδεται ότι διαθέτει δική του Κοινοβουλευτική Ομάδα, μέσα στην ΚΟ της ΝΔ- διόλου ασυνήθιστο βέβαια για τα δυο κυρίαρχα κόμματα του μεταπολιτευτικού κύκλου. Αλλά βρίσκεται και σε αντιδιαστολή με την θερμή υποστήριξη που του προσφέρει η ΝΔ- έστω και αν δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί ως το τέλος, καθώς υπάρχει ανοιχτό το θέμα της υποστήριξης υποψηφίου στο Δήμο Πειραιά.

Α λα Novartis

Ο Βαγγέλης Μαρινάκης επιλέγει να πολεμήσει την κυβέρνηση με πολιτικά επιχειρήματα- όλα από το οπλοστάσιο της ΝΔ. Βρίσκει ότι η σημερινή κυβέρνηση από «αδυναμία άρθρωσης πολιτικού λόγου «καταφεύγει στην ύβρη και τη συκοφαντία ώστε «να εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η άποψη ότι ο Μαρινάκης χρηματοδοτεί με αμφιλεγόμενης προέλευσης χρήματα τη Νέα Δημοκρατία και με αυτή τη σκοτεινή ατζέντα να πάτε σε εκλογές».

Καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση κάνει «συνεχώς παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη, προαναγγέλλει διώξεις και επικαλείται κατασκευασμένες μαρτυρίες, με έναν στόχο: να ενοχοποιήσει έναν αθώο και μαζί του την αντιπολίτευση για να παραμείνει στην εξουσία και στην καρέκλα», αλλά «ο Ελληνικός λαός έχει καταλάβει τις δόλιες προθέσεις σας».

Σαν αυτά που λένε δηλαδή οι αναφερόμενοι στην υπόθεση τη Novartis. Τι σχέση έχει η γνώμη του ελληνικού λαού σε μια υπόθεση στην οποία η Δικαιοσύνη θα κρίνει μια συγκεκριμένη κατηγορία και τίποτε άλλο; Και τι ενδιαφέρει έναν επιχειρηματία που «δεν έχει καμία σχέση με τη ΝΔ» με ποιο τρόπο σκοπεύει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τον Μητσοτάκη ως πολιτικό της αντίπαλο; Μήπως έχει δίκιο ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης που του επισήμανε πρόσφατα ότι κινδυνεύει πρωτίστως από όσους τον περιστοιχίζουν;

Τεκμήριο αθωότητας

Όταν μετέχεις στην πολιτική δεν αρκεί να διαλέξεις πλευρά, πρέπει να διαλέξεις και ρόλο. Ως τι «πολιτεύεται» ο Βαγγέλης Μαρινάκης; Ως επιχειρηματίας που υπερασπίζεται τα συμφέροντά του-που δεν έχει και πολλά στην Ελλάδα εδώ που τα λέμε; Ως πολίτης που έχει εκκρεμότητες με τη Δικαιοσύνη σε μια συγκεκριμένη υπόθεση και μυγιάζεται με τον παραμικρό συριζαίικο υπαινιγμό, ή ανησυχεί με τις παλιότερες χοντράδες του Καμμένου; Και στα δυο μάλλον κακή υπερασπιστική μέθοδο επιλέγει. Παίρνει το θέμα από τη Δικαιοσύνη και το πάει στην πολιτική αντιπαράθεση. Γιατί;

Δυο πράγματα είναι προφανή σ’ αυτή την υπόθεση. Το ένα ότι στην περίπτωση Μαρινάκη παραβιάζεται -από το κυβερνητικό στρατόπεδο και όχι μόνο- το τεκμήριο της αθωότητας – όπως σημειώνει ο ίδιος στη δήλωση του. Το δεύτερο ότι ο επιχειρηματίας αποτελεί προσωπικά μέρος του πολιτικού παιχνιδιού πλέον. Ως εκδότης χρεώνεται ο ίδιος και ό,τι γράφει στις εφημερίδες του ο κάθε βουρλισμένος του νεομητσοτακισμού. Τελικά μάλλον από δυσμενή θέση: ο λόγος του απέναντι του λόγου ενός πολιτικού ηγέτη και πρωθυπουργού.

Αν επιλέγει να εξελιχθεί συνειδητά σε νέο πολιτικό παράγοντα και αν σ’ αυτή την -διόλου απέχουσα από τα ήθη του Φαρ-Ουέστ αναμέτρηση, βάλουμε τίτλο «Ήλθε καινούργιος σερίφης στην πόλη» τις περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει το ρόλο του νέου σερίφη έχει ο Τσίπρας, όχι ο εφοπλιστής…

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top