Του Γ. Λακόπουλου

Κανείς δεν έπιασε καλύτερα το θεμελιακό πρόβλημα της χώρας, τις τελευταίες δεκαετίες όσο ο Κώστας Καραμανλής το 2004, ως πρόεδρος της ΝΔ και υποψήφιος Πρωθυπουργός: η χώρα δεν προχωράει χωρίς εξυγίανση του πολιτικού της συστήματος, καταπολέμηση της διαφθοράς με απαλλαγή από τους «νταβατζήδες» που το χειραγωγούν, αντίσταση στον πατερναλισμό του ξένου παράγοντα και επανίδρυση του κράτους.

Οι κυβερνήσεις του δεν πλησίασαν αυτούς τους στόχους και ο λόγοι είναι γνωστοί: υπάρχουν στη διακήρυξή τους. Δηλαδή βρήκε απέναντι τους «νταβατζήδες και τους ξένους, τη διαφθορά και τη διοίκηση. Αλλά βρήκε και δυο παράγοντες που δεν είχε υπολογίσει. Την άρνηση της τότε αντιπολίτευσης να συμβάλλει στην αυτονόμησή της πολιτικής από τη οικονομικής εξουσία και την εσωτερική υπονόμευση.

Όταν ανέλαβε ο Καραμανλής οι «νταβατζήδες» είχαν ήδη δικές τους «κοινοβουλευτικές ομάδες» στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ που κυβερνούσαν ως τότε. ‘Ετσι η πρώτη κίνηση αντιμετώπισης του προβλήματος με τον νόμο για τον» βασικό μέτοχο», πνίγηκε από τη… διακομματική συσπείρωση για την ακύρωσή της.

Εκ παραλλήλου προκάλεσε την ολομέτωπη επίθεση ακύρωσης του ίδιου, που δεν έμεινε στη σκανδαλολογία και τις προσωπικές επιθέσεις. Υπάρχουν ενδείξεις ότι επεκτάθηκε και σε μεθόδους που δεν γνωρίζουμε επακριβώς ακόμη. Ανάμεσά τους ήταν και η κατασκευή ενός κόμματος εκ δεξιών της ΝΔ για να τον αποδυναμώσει.

Η πρώτη ατυχία του Καραμανλή ήταν ότι το πρώτο εξάμηνο της Πρωθυπουργίας του έπρεπε να μείνει ακίνητος για να μην βάλει σε κίνδυνο τους Ολυμπιακούς Αγώνες που παρέλαβε με αμφισβητήσεις. Το Σεπτέμβριο ήταν αργά για κάποιες κινησεις υπέρ του σχεδίου του.

Η άλλη ατυχία ήταν ότι επικεφαλής της αντιπολίτευσης βρέθηκε ο Γ. Παπανδρέου, που συνέχισε την όσμωση του ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη με τους μιντιάρχες και τη «διαπλοκή» της εποχής και στάθηκε απέναντι όχι μόνο στην εξυγίανση της πολιτικής, αλλά και στην βασική μεταρρύθμιση που θα ήταν αρκετή για να αναχαιτίσει τη κρίση στην Ελλάδα: το ασφαλιστικό.

‘Ετσι ακόμη και όταν ο ίδιος ο Καραμανλής αποτιμώντας την δημοσιονομική αποτυχία της δεύτερης κυβέρνησής του, ζήτησε έγκαιρα νέα λαϊκή εντολή για να πάρει μέτρα- όπως κάνουν οι πρωθυπουργοί στον κοινοβουλευτισμό- βρήκε απέναντί του την πλειοδοσία Παπανδρέου, που αβαντζάριζαν οι μιντιάρχες.

Προηγουμένως είχε βρει την εξωφρενική διακήρυξη Παπανδρέου, δέκα μήνες πριν την προεδρική εκλογή του 2010 ότι θα καταψήφιζε τον Κάρολο Παπούλια για να προκληθούν εκλογές και μετά θα τον… υπερψήφιζε. Καταδικάζοντας τη χώρα σε εξαντλητική προεκλογική περίοδο, την ώρα που απαιτούνταν ομαλές εξελίξεις για την αναχαίτιση της κρίσης.

‘Ετσι το «σύστημα» απαλλάχθηκε εύκολα από τον Καραμανλή, -βοηθούντων και κάποιων υπουργών του – και ανέδειξε τον Παπανδρέου πανίσχυρο πρωθυπουργό. Μετά άρχισαν να τραβάνε τα μαλλιά τους, διαπιστώνοντας ότι κινήθηκε ανάμεσα στην ανεπάρκεια και στις αποφάσεις για τις οποίες δεν είχε λαϊκή εντολή. Τη συνέχεια την ξέρουμε.

‘Ετσι μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου οι μιντιάρχες κατέβαλαν και τον Καραμανλή. Το 1989 χρησιμοποίησαν τον Μητσοτάκη. Το 2009 τον γιο του Παπανδρεου. Το στοίχημα ξαναχάθηκε. Το κάστρο τη διαπλοκής παρέμεινε άπαρτο από την πολιτική εξουσία- με αποτέλεσμα να γίνει Πρωθυπουργός ακόμη και ο πολιτικός τον οποίο ο Μητσοτάκης κατήγγειλε ότι τον ανέτρεψε για λογαριασμό των «διαπλεκόμενων συμφερόντων». Κι ύστερα ήλθαν οι μέλισσες.

Ο Τσίπρας ξαναβάζει το στοίχημα



Αν δει κανείς από απόσταση τις εξελίξεις θα διαπιστώσει ότι αυτός από τον οποίο πήρε τη σκυτάλη ο Αλέξης Τσίπρας το 2015 ήταν ο Κ. Καραμανλής. Πέρα από τον τυχοδιωκτικό -πλην αποτελεσματικό – τρόπο με τον τρόπο που οργάνωσε την επέλασή του προς τη εξουσία και το δραματικό τρόπο με τον οποίο πολιτεύθηκε η πρώτη κυβέρνησή του μέχρι να κάνει στροφή στο ρεαλισμό- είδε εξ αρχής τα πράγματα από την ίδια σκοπιά με τον Καραμανλή.

Στην Ελλάδα δεν μπορεί λειτουργήσει κατά το πρόγραμμά της καμία κυβέρνηση αν έχει κάποιους οικονομικούς παράγοντες να της υποδεικνύουν όχι μόνο πολιτική και αποφάσεις, αλλά και τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου. Όταν, εξ αυτού, τα λεφτά διοχετεύονται σε τσέπες, στο εξωτερικό και στην αναπαραγωγή ενός κατεστημένου που παράγει σήψη, διαφθορά και σπατάλη πόρων. Και αν από δίπλα οι Αμερικανοί την τραβούν από το μανίκι, στις μεγάλες εξωτερικές επιλογές της.

Ο Τσίπρας ξανάβαλε το στοίχημα: άνοιξε το ίδιο μέτωπο που είχε ανοίξει με διαφορετικό τρόπο ο Καραμανλής: την απαλλαγή της πολιτικής από τον έλεγχο του χρήματος και της διαπλοκής. Και αντιμετώπισε το ίδιο πρόβλημα: η αντιπολίτευση πήγε με τη διαπλοκή.

Ο Καραμανλής έχασε τη μάχη για τον βασικό μέτοχο- για τον οποίο δικαιώθηκε αργότερα νομικά, αλλά πολιτικά είχε χαθεί η υπόθεση. Ο Τσίπρας έχασε τη μάχη για τις τηλεοπτικές άδειες στην πρώτη φάση. Και στους δυο απέναντι βρέθηκαν οι ίδιες δυνάμεις: οι θιγόμενοι της διαπλοκής και η αντιπολίτευση.

Ποιος είναι με ποιον

Αυτή την περίοδο η πολιτική κατάσταση της χώρας δεν χαρακτηρίζεται από τη φυσιολογική διαμάχη κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Αντίπαλοι στο πολιτικό πεδίο δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ. Είναι μια διαμάχη κυβέρνησης-διαπλοκής. Πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Πολιτείας και «ολιγαρχικών συστημάτων». Σ’ αυτόν τον πόλεμο η ΝΔ είναι με την οικονομική εξουσία, τους μιντιάρχες και τους «νταβατζήδες». Ενίοτε απροκάλυπτα. Και από δίπλα της το ΠΑΣΟΚ.

Με τους Αμερικάνους ο Τσίπρας έκανε διαφορετικό χειρισμό γιατί είχε την τύχη να έχει να κάνει με τη διοίκηση Ομπάμα που δεν συμπεριφερόταν με τις κυριαρχικές επιδιώξεις της οικογένειας Μπους, που αντιμετώπισε ο Καραμανλής – και δεν τους έκανε το χατίρι. Αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση…

Υπάρχει «νέα διαπλοκή»;

Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε σήμερα. Ο Τσίπρας έχει απέναντί του αυτούς που είχε και ο Καραμανλής. Θα είναι ίδια και η έκβαση; Μάλλον όχι. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην κυβέρνηση Καραμανλή και την σημερινή κυβέρνηση: ο Τσίπρας είναι σχετικά θωρακισμένος στη διαφθορά και την διείσδυση της διαπλοκής στο κόμμα του. Προς το παρόν τουλάχιστον.

Οι βουλευτές και τα στελέχη του δεν έχουν μαγευτεί από τις σειρήνες της εξουσίας, της καλοπέρασης και της… αποκατάστασης. Όπως ζούσαν πριν, ζουν και τώρα. Δεν λιγώνονται μπροστά τους ισχυρούς. Δεν τους βρίσκεις στις συναναστροφές των πλουσίων, στα ακριβά εστιατόρια και στα σουαρέ των βορείων προαστίων- ούτε στις αυλές των μεγιστάνων, φανερά τουλάχιστον.

Όπως φαίνεται στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να υπάρχουν μέχρι και σούργελα, αλλά δεν υπάρχουν προγεφυρώματα των «νταβατζήδων». Ούτε οι βουλευτές και πολιτευτές του έχουν σπόνσορες για την εκλογή τους… Η συμμαχία με τον Καμμένο είναι ετερόκλιτη, απωθητική και κακόγουστη, αλλά ο Πρωθυπουργός δεν απειλείται με ανατροπή. Μεγάλη υπόθεση…

Αυτό προφανώς οδήγησε τους μιντιάρχες στη θεωρία που επέβαλαν και στη ΝΔ του Μητσοτάκη. Ότι «ο Τσίπρας φτιάχνει τη δική του διαπλοκή». Σαπουνόφουσκες περιωπής. Που στηρίζονται σε προφανείς ανοησίες. Ως … διαπλοκή Τσίπρα εμφανίζουν την περίπτωση Καλογρίτσα, έναν φτωχοπρόδρομο άλλων περιόδων και κυρίως την επιχειρηματική δραστηριότητα του Ιβάν Σαββίδη.

Ο ομογενής επιχειρηματίας – που ήλθε στην Ελλάδα επί Σαμαρά- μόνο «διαπλοκή» δεν μπορεί θεωρηθεί. Γιατί απλούστατα το χαρακτηριστικό των διαπλεκόμενων είναι ότι χρησιμοποιούν την οικονομική ισχύ και τα ΜΜΕ για να βάλουν χέρι στο δημόσιο, κοινοτικό και τραπεζικό χρήμα. Αυτό άλλωστε είναι το πρόβλημα.

Ο Σαββίδης δεν απομυζά τον κρατικό προϋπολογισμό. Επενδύει τα δικά του λεφτά. Είναι αξιόπιστος επιχειρηματίας με ευρεία επενδυτική παρουσία και καμία κατηγορία σε βάρος του. Δεν τον βαρύνει κάτι, ούτε τον κυνηγούν οι ανακριτές, όπως όσους χρησιμοποιούνται εναντίον του. Η δραστηριότητά του έχει μια αντιστοιχία με τους Αγγελόπουλους που έδιναν και δεν έπαιρναν. Γι’ αυτό άλλωστε το σύστημα στράφηκε κατά της Γιάννας Αγγελοπούλου: μετά το θρίαμβο της στους Ολυμπιακούς Αγώνες θεώρησαν ότι θα μετακινηθεί στην πολιτική και θα τους καταπιεί.

Για να επιστρέψουμε στις εξελίξεις, το συμπέρασμα είναι ότι σε ό,τι αφορά τις πηγές της κακοδαιμονίας της χώρας, ο Τσίπρας βρίσκεται σε καλύτερη θεση από τον Καραμανλή και έχει περισσότερες πιθανότητες να τις αντιμετωπίσει. Αλλά επειδή «είναι πολλά τα λεφτά» -που θα χάσουν όσοι απομυζούν ως τώρα τη χώρα- οργανώνεται εναντίον του επιχείρηση αποδόμησης, όπως έγινε με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Καραμανλή.

Το κακό είναι ότι κάποιοι υπουργοί του Τσίπρα, ο κυβερνητικός εταίρος του και ενίοτε και ο ίδιος δίνουν αφορμές στους διώκτες του να υλοποιούν την πιο ευτελή προπαγάνδα ενός διεφθαρμένου συστήματος που συντονίζει τα πιο τυχοδιωκτικά στοιχεία απέναντι σε μία κυβέρνηση, που έχει κουσούρια, αλλά ούτε χρεοκόπησε τη χώρα, ούτε διευκολύνει το πάρτι της λεηλασίας της.

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top