Του Κωνσταντίνου Γκράβα

Στη λογοτεχνία ο κανόνας των τριών αναφέρεται σε μία συγγραφική αρχή όπου η παράθεση των γεγονότων σε τριάδες βοηθά στη δημιουργία αποτελεσματικότερης αφήγησης. Μεταφέροντας τον εν λόγω κανόνα στην πολιτική ανάλυση, υπήρξαν τρεις φορές μέσα στον τελευταίο μόλις ένα χρόνο που η χώρα στερήθηκε της δυνατότητας να γυρίσει σελίδα. Προϊούσης της κρίσης των προηγούμενων "μνημονιακών" ετών δημιουργήθηκαν αρκετές συγκυρίες για τις πολιτικές ηγεσίες ώστε να απελευθερωθούν από τη συνήθη μυωπική εκτίμηση των καταστάσεων και να αδράξουν την ευκαιρία, μετατρέποντας σε τέτοια την κρίση. Ο συνδυασμός των λανθασμένων εκτιμήσεων των δεδομένων συνθηκών, αφενός, και των ανισόρροπων ερμηνειών των παραγόντων που συνέθεταν το πλαίσιο αναζήτησης ενός μέγιστου πολιτικού άλματος αντί της φαινομενικής ασφάλειας του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, αφετέρου, οδηγούσε τη χώρα σε ασθενέστερα επίπεδα πολιτικής ισορροπίας. Με χαμηλότερο, αυτό του περασμένου Ιουλίου.

Προτού φθάσει η χώρα στο σημείο να διακυβεύεται –όχι μόνον στις αγορές και στα βασικά ή εναλλακτικά σενάρια των κερδοσκοπικών κεφαλαίων, αλλά στο επίσημο τραπέζι της Ευρωομάδας– η αταλάντευτη πορεία της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, η κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό κ. Τσίπρα στάθηκε κατώτερη των περιστάσεων. Η Ελλάδα βρέθηκε στα χαρτιά –παρ’ ολίγον και στα πρακτικά– του Eurogroup να αντιμετωπίζεται ως οιονεί κανονικό μέλος ευρισκόμενο σε γκρίζες περιοχές του ευρωπαϊκού πολιτικού εγχειρήματος: του σημαντικότερου ίσως project στην πολιτική ιστορία του 20ου αιώνα. Ενός εγχειρήματος που σχεδιάσθηκε και οικοδομήθηκε μεταπολεμικά για να διασφαλίσει πρωτίστως το αγαθό της ειρήνης. Μια μακροσκοπική θεώρηση της ευρωπαϊκής ιστορίας, από το 1600 μέχρι και σήμερα, καταδεικνύει ότι το υπερπολύτιμο αυτό αγαθό ουδέποτε θεωρείτο ως δεδομένο.

Το βαθύτερο σημείο της κρίσης που περιγράφηκε, με το Κράτος στην κυριολεξία στα πρόθυρα κατάρρευσης, ήταν η πρώτη και μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Ενώ η επίτευξη συμφωνίας –προτού όμως αδειάσει η κλεψύδρα του πολιτικού χρόνου– δεν ήταν ανέφικτη αρκεί να πραγματοποιούνταν μερικές υποχωρήσεις των δύο πλευρών από τις θέσεις "μαλακού τελεσιγράφου" που αντηλλάγησαν λίγο πριν μεγεθυνθεί ανεπανόρθωτα η αντίθεση μεταξύ τους, ο πρωθυπουργός και η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέλεξαν κοντόφθαλμα τη ρήξη. Σε οικονομικούς όρους, η έγκαιρη συνθηκολόγηση σε κάθε περίπτωση θα ήταν καλύτερη από τη μη συμφωνία. Το μη χείρον, βέλτιστον. Ειδικά μάλιστα όταν για το πραγματικά βέλτιστον, τη μετατροπή δηλαδή της κρίσης σε ευκαιρία, υπήρξαν οι προϋποθέσεις να υλοποιηθεί σε πολιτικό επίπεδο υπερβαίνοντας τον κύκλο της σαραντάχρονης μεταπολίτευσης και ανοίγοντας το πρώτο κεφάλαιο για μια καινούρια μεταπολίτευση. Ο πρωθυπουργός μπορούσε να φέρει προς κύρωση στο Κοινοβούλιο τη συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές ζητώντας να υπερψηφισθεί, όχι απλώς από 151, αλλά από 180 βουλευτές. Έτσι, κατά πρώτον, θα αποδυναμωνόταν η εσωκομματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ από το μονοπώλιο αφαίρεσης της δεδηλωμένης. Και κατά δεύτερον, εφόσον τελικά η συμφωνία υπερψηφιζόταν, ο πρωθυπουργός θα απολάμβανε εν τοις πράγμασι διευρυμένη κοινοβουλευτική στήριξη κάτι που θα ισχυροποιούσε αυτομάτως τη δέσμευση της χώρας προς τους εταίρους για επιτάχυνση των ωφέλιμων μεταρρυθμίσεων.

Η δεύτερη χαμένη ευκαιρία του κ. Τσίπρα επί της κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που σχηματίσθηκε μετά από τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών του περασμένου Σεπτεμβρίου –σημειωτέον ότι η απεμπόληση της ιστορικής ευκαιρίας των "180" προκάλεσε εκλογές, επομένως επιστροφή του ζεύγους πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας και σωρευτικά βαρύτερο τρίτο μνημόνιο– σχετίζεται με την όξυνση του μεταναστευτικού ζητήματος και της προσφυγικής κρίσης, ταυτόχρονα με την εξελισσόμενη διαπραγμάτευση με τους Θεσμούς υπό το πλαίσιο του τρίτου μνημονίου. Τοποθετείται δε χρονικά τον Φεβρουάριο, όταν πραγματοποιήθηκε η σύγκληση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ενόψει της έκτακτης Συνόδου Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας για το προσφυγικό. Η υπέρβαση: ο πρόεδρος της κυβέρνησης υπηρετώντας ως πρωθυπουργός όλων των Ελληνίδων και Ελλήνων μπορούσε να εγγράψει στην ατζέντα του συμβουλίου ρητή δέσμευση για από κοινού συμφωνία με τους πολιτικούς αρχηγούς ως προς τις εθνικές θέσεις, αφενός για το προσφυγικό/μεταναστευτικό, αφετέρου για τη διαπραγμάτευση προς ολοκλήρωση της πρώτης –γιατί όχι και της δεύτερης– αξιολόγησης. Έτσι, οι πολιτικοί αρχηγοί των κομμάτων της μείζονος και ελάσσονος αντιπολίτευσης θα ετίθεντο με τη σειρά τους ενώπιον των ευθυνών τους καλούμενοι να συν-συγγράψουν και να υπογράψουν κοινή θέση στα δύο μείζονα εθνικά θέματα. Όσο η μεγάλη υπέρβαση προϋποθέτει όραμα, τόσο η υλοποίησή της απαιτεί και πάλι πολιτική πρωτοτυπία: οι αρχηγοί θα μπορούσαν να συγκαλέσουν πρώτα την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός τους ζητώντας εξουσιοδότηση από τους βουλευτές τους για να διαπραγματευθούν με οποιοδήποτε κομματικό κόστος τη συμφωνία επί κοινών εθνικών θέσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρώτον, οι επιμέρους βουλευτές θα αποφορτίζονταν από το βάρος σπασμωδικών συγκρούσεων με την κοινωνία επί νομοθετημάτων που δεν έχουν καν συμφωνηθεί με τους θεσμούς. Και δεύτερον, οι πολιτικοί αρχηγοί θα αναλάμβαναν την ιστορική ευθύνη, που σημειωτέον αντανακλούσε ευθέως την κρισιμότητα της συγκυρίας, να συμφωνήσουν και να συνεννοηθούν. Όχι πλέον βάζοντας το καλό του κόμματος πάνω από το συμφέρον του τόπου, αλλά αντιστρόφως, έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει εκ των προτέρων την εξουσιοδότηση από την κοινοβουλευτική τους ομάδα με σεβασμό της πλειοψηφίας (επιπλέον θα αποδυναμωνόταν –ακριβώς όπως και στην πρώτη χαμένη ευκαιρία των "180"- η εσωκομματική αντιπολίτευση των διαφωνούντων).
Οι χαμένες ευκαιρίες, δυστυχώς, φαίνεται ότι "τριτώνουν" με τη συζήτηση για τον εκλογικό νόμο που διεξάγεται αυτές τις ημέρες στη Βουλή. Ο πρωθυπουργός και η κυβερνητική πλειοψηφία εγκλώβισαν τη συζήτηση κατά τις εβδομάδες που προηγήθηκαν στο κυνήγι των διακοσίων ψήφων υπέρ της "απλής αναλογικής", οι οποίες ήταν προφανές τουλάχιστον για τους ψύχραιμους παρατηρητές ότι δεν θα υπάρξουν. Επιπλέον, αν ο Πρόεδρος της Βουλής είχε διαχωρίσει τις "μη ευπρόσδεκτες" ψήφους θα αποδυνάμωνε τη ρητορική των άκρων που άσκοπα και ανώφελα μετέτρεψε σε ρυθμιστές. Ωστόσο η ουσία βρίσκεται αλλού. Με αφορμή τον εκλογικό νόμο δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις μιας γόνιμης διαπραγμάτευσης των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου καθώς, μέσω της κατάθεσης διαφόρων τροπολογιών και ευρύτερων ζυμώσεων, υπήρξε η δυνατότητα αναζήτησης μιας μέσης και δίκαιης οδού: ενός εκλογικού συστήματος που θα διασφάλιζε την καλύτερη αναλογικότητα της ψήφου χωρίς όμως να διακυβεύεται ο σχηματισμός κυβέρνησης με κορμό το πρώτο κόμμα και να μεγιστοποιείται η ροπή προς την ακυβερνησία. Το περυσινό δίλημμα "Νέα Ιουλιανά ή Καινούρια Μεταπολίτευση" (δεν) λύθηκε με το τρίτο μνημόνιο. Επιστρέφει φέτος δριμύτερο δια του εκλογικού νόμου...

Σε κάθε περίπτωση η τριάδα των ευκαιριών που περιγράψαμε εμποδίζει τη στέρεα οικοδόμηση του νέου. Ένα νέο, που δεν μπορεί να προκύψει από τα κάτω αλλά μπορεί να γίνει μόνον από τα πάνω. Για αυτό και οι ευκαιρίες κερδίζονται ή χάνονται πρωτίστως από τον πρωθυπουργό.

* Ο Κωνσταντίνος Γκράβας είναι οικονομολόγος - αναλυτής διεθνών αγορών και υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια και οι απόψεις των σχολιαστών δεν αποτελούν απόψεις
του logia-starata.blogspot.com, και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.

Οι διαφωνίες είναι θεμιτές ή και απαραίτητες Η θέση φέρνει την αντίθεση και με λίγη διάθεση ίσως βρεθεί η σύνθεση. Για το λόγο αυτό θα παρακαλούσαμε τα σχόλιά σας να είναι κόσμια.

Υβριστικά ή προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.

loading...

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top