Από τον Μανώλη Κοττάκη

Για πολύ καιρό η κεντροδεξιά παράταξη αντιπολιτεύτηκε τον ΣΥΡΙΖΑ με τη βεβαιότητα ότι είχε απέναντί της μια βαλκανική εκδοχή της δικτατορίας του Μαδούρο. Μια παράταξη που θα απομόνωνε τη χώρα και θα την κατέτασσε στο κίνημα των αδεσμεύτων. Καθώς βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών της Αριστεράς στην εξουσία, η αντιπολιτευτική στρατηγική της Κεντροδεξιάς αλλάζει. Τώρα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι υπογράφει «συμπληρωματικά Μνημόνια» και του επιτίθεται διά της πλαγίας, γιατί έχει προνομιακές σχέσεις με κορυφαίους επιχειρηματίες της χώρας. Και, βεβαίως, ενοχλείται όταν ακούει τον πρόεδρο του ΣΕΒ να συγχαίρει τον πρωθυπουργό για την «έξοδο από τα Μνημόνια» με τη φράση «το πιστώνεστε προσωπικά».

Από τη μία άκρη πήγαμε, λοιπόν, στην άλλη. Από εκεί που τους λέγαμε Μαδούρο, τώρα τους λέμε διαπλοκή! Σύστημα. Κατεστημένο. Αλλά αν τυχόν βρεθεί κανείς κακομοίρης και υποστηρίξει ότι το ιδιόρρυθμο αυτό κόμμα μετακινείται από τον αριστερισμό στη σοσιαλδημοκρατία -άρα μεταλλάσσεται ταχέως σε συστημικό κόμμα-, τότε λιθοβολείται προς παραδειγματισμό. Καιρό τώρα υποστηρίζω ότι για να κερδίσεις τον αντίπαλο πρέπει να ξέρεις ποιος είναι ο αντίπαλος. Πως αν επιμένεις να του επιτίθεσαι γι’ αυτό που ήταν, αλλά όχι γι’ αυτό που είναι, είσαι άστοχος. Εφθασε, λοιπόν, η ώρα να το αναγνωρίσει με τον τρόπο της και η ηγεσία της Ν.Δ. Εμμέσως -διά συγκεκριμένων δημοσιευμάτων- φρονώ ότι δεν θα αργήσει και αμέσως. Παρά ταύτα θεωρώ ότι τυχόν κήρυξη πολέμου σε τμήμα της επιχειρηματικής τάξης της χώρας επειδή γλυκοκοιτάζει προς ΣΥΡΙΖΑ θα είναι λάθος κίνηση για τρεις λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι το επιχειρηματικό κεφάλαιο δεν έχει μόνιμες συμπάθειες ούτε μόνιμες αντιπάθειες. Σταθερό πολιτικό κλίμα θέλει για να πηγαίνουν καλά οι δουλειές του, ενώ πάντοτε συνυπολογίζει στον σχεδιασμό του τη στάση του συμμαχικού παράγοντα. Σήμερα αγαπά τη «σταθερότητα», χαριεντίζεται με υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αύριο, με την απλή αναλογική, θα έχει την ίδια άποψη;

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Κεντροδεξιά, αν το θέλει, έχει όλο τον χρόνο στη διάθεσή της για να πείσει την αγορά ότι ο φιλελευθερισμός με κοινωνική συναίνεση (και όχι με αναλγησία, βεβαίως) θα εξασφαλίσει υψηλότατη ανάπτυξη και κοινωνική γαλήνη. Τόση ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Επαναλαμβάνω όμως, πρέπει να το θέλει. Τα προεκλογικά προγράμματα δεν γράφονται για τους χρηματοδότες, αλλά για τους πολίτες.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι η Κεντροδεξιά είναι ένα κόμμα που από την ιδρυτική του διακήρυξη σχεδιάστηκε για τους περισσοτέρους. Οχι για τους λιγότερους. Με γεια του με χαρά του τού κ. Τσίπρα αν υπάρχουν κάποιοι που οψίμως σήμερα τον αγκαλιάζουν, ενδεχομένως και τον χρηματοδοτούν. Τον τελικό λόγο τον έχει πάντα ο λαός. Οι περισσότεροι.

Εάν ο πρωθυπουργός θέλει να οδεύσει στις εκλογές ως κακέκτυπο του κ. Σημίτη, πειθαρχώντας άκριτα στη Μέρκελ και σε τμήμα της τοπικής διαπλοκής, δεν βλέπω γιατί μια λαϊκή κεντροδεξιά παράταξη πρέπει να δυσαρεστείται. Μη σας πω ότι με δεδομένη την τύχη των εκσυγχρονιστών θα έπρεπε να το επιδιώκει κιόλας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ν.Δ. πρέπει να χαρίσει την αγορά στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τη διαπλοκή που έχει έναν και μοναδικό πελάτη, το κράτος, μπορεί. Χάρισμά του.

*Το άρθρο του Μανώλη Κοττάκη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Δημοκρατία"
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top