Περιστατικά μιας ιστορίας για να θυμηθούν οι παλαιοί και να μάθουν οι νέοι, μήπως εκτιμήσουν αυτό που λέγεται πολιτική στις μέρες μας

Από τον
Νίκο Ελευθερόγλου

Είναι πιθανόν η κυρία Ράνια Αντωνοπούλου να μη γνωρίζει τον Νικόλαο Πλαστήρα. Ισως και να τον γνωρίζει. Αλλά τόσο εκείνη όσο και πολλοί από τους εθνοπατέρες έχουν ξεχάσει ότι η πολιτική -και οι πολιτικοί- πρώτα απ’ όλα πρέπει να εκπέμπει ήθος. Να διδάσκει ήθος με τις συμπεριφορές των εκπροσώπων της και να μην πιστεύει ότι το νόμιμο είναι και ηθικό. Διότι το ήθος προηγείται του νόμου και οι νόμοι άρχισαν να υπάρχουν, αφού σε πολλές των περιπτώσεων χάθηκε στην πορεία το ήθος.

Πραγματικά, όσα έγραψε στην επιστολή της η κυρία Αντωνοπούλου, την οποία δεν είχα την τιμή να γνωρίσω, αναφέρονται στον νόμο. Και εκεί κανείς δεν μπορεί να της βρει ψεγάδι, άντε, στη χειροτέρα των περιπτώσεων, να υποστηρίξουμε ότι ο νόμος κατασκευάστηκε για περιπτώσεις σαν τη δική της. Αλλά το ήθος, το πολιτικό ήθος, κυρία Αντωνοπούλου μου; Πού πήγε;

Σας γράφω λοιπόν (και όχι μόνο σε εσάς, διότι το θέμα δεν είναι προσωπικό) μερικά από την ιστορία του «Μαύρου Καβαλάρη» για να τα θυμηθούν οι παλαιοί και να τα μάθουν και οι νέοι, μήπως εκτιμήσουν αυτό που λέγεται πολιτική στις μέρες μας. Και θα αναφέρω τρία μόνο περιστατικά.

Το ένα το δανείζομαι από την ιστορική Ακρόπολη και το περιστατικό το κατέγραφε ένας κορυφαίος δημοσιογράφος, ο Βάσος Τσιμπίδαρος. «Κάποτε ο στενός φίλος του Πλαστήρα Γιάννης Μοάτσος είχε πάρει πρωτοβουλία για να του εξασφαλίσει μόνιμη στέγη για να μην περιφέρεται εδώ κι εκεί σε ενοικιαζόμενα δωμάτια. Πήγε, λοιπόν, σε μια τράπεζα και μίλησε με τον διοικητή. «“Τι;” απόρησε εκείνος. “Δεν έχει σπίτι ο πρωθυπουργός Πλαστήρας; Βεβαίως θα του δώσουμε δάνειο και με ό,τι όρους θέλει”. Πάει ο Μοάτσος στον Πλαστήρα και περιχαρής τού το ανακοινώνει. Ποια ήταν η αντίδρασή του; “Αντε, ρε Γιάννη, με τι μούτρα θα βγω στον δρόμο, αν μαθευτεί πως εγώ πήρα δάνειο για σπίτι;” είπε και πήρε το έντυπο και το έσκισε».

Περιστατικό δεύτερο: Ο Δημήτρης Λαμπράκης «δώρισε» κάποια στιγμή στον Πλαστήρα ένα ωραίο χρυσό στιλό. Καλεί τότε έναν στενό φίλο του και του λέει ο στρατηγός: «Εγώ δεν βάζω χρυσές υπογραφές. Μου φτάνει το στιλουδάκι μου. Να το στείλεις πίσω». «Μα θα προσβληθεί» του λέει ο φίλος. Κι εκείνος του απαντά: «Δεν πειράζει. Δεν θέλω δώρα. Τα δώρα φέρνουν και αντίδωρα».

Και το τρίτο περιστατικό: Το 1952 ο Πλαστήρας, κατάκοιτος, μένει σε ένα φτωχικό δυαράκι στο Μετς. Μια μέρα δέχεται, κατάκοιτος όπως ήταν, την επίσκεψη της βασίλισσας Φρειδερίκης. Μπαίνοντας εκείνη, όταν βλέπει τον πρωθυπουργό να κοιμάται σε ένα ράντσο εκστρατείας, του λέει: «Νίκο, γιατί το κάνεις αυτό;» Και η απάντησή του: «Συνήθισα, Μεγαλειοτάτη, το ράντσο από τον στρατό. Δεν μπορώ να το αποχωριστώ».

Σε αυτό το ράντσο πέθανε ο Πλαστήρας. Και δεν άφησε πίσω του ούτε σπίτι, ούτε ακίνητα, ούτε καταθέσεις. Η κληρονομιά που άφησε στην ψυχοκόρη του ήταν 1.216 δραχμές, ένα δεκαδόλαρο και μια λακωνική προφορική διαθήκη: «Ολα για την Ελλάδα». Οταν πέθανε δε, το καλοκαίρι του 1953, τον έντυσαν με νεκρικό κοστούμι που αγόρασε ο φίλος του Διονύσης Καρρέρ, γιατί όσο ζούσε ο Πλαστήρας τον μισθό του τον πρόσφερε σε απόρους και ορφανά. Και αυτά τα έκανε ένας άνθρωπος που στο άψυχο κορμί του μετρήθηκαν 27 σπαθιές και εννέα σημάδια από βλήματα...

Αυτά για την ιστορία, κυρία Αντωνοπούλου.
Καλή σας ανάγνωση, αγαπημένοι αναγνώστες.

dimokratianews.gr


+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top