Η Έλενα Χουσνή παρουσίασε την Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου, στο Polis Art Cafe (Στοά Πεσμαζόγλου) στην Αθήνα, το τρίτο της αστυνομικό μυθιστόρημα, «Το παιδί με τη Ριγέ Μπλούζα», από τις εκδόσεις ΚΥΦΑΝΤΑ. Την συναντήσαμε, με αφορμή την παρουσίαση. Μας μίλησε για το νέο της βιβλίο, για μια τριλογία που ολοκληρώθηκε, μια άλλη που ίσως αρχίζει. Για τη συγγραφή αλλά και την ανάγνωση, το μεγάλο της πάθος, όπως μας είπε.

Πώς θα περιγράφατε την σχέση σας με τα βιβλία;


Βουλιμική! Εξαρτησιογόνα! Έως αδηφάγα ερωτική!Είναι μια σχέση που κρατά όλη μου, νομίζω, τη ζωή. Αυτή η προσμονή για τον ελεύθερο χρόνο, όπου και όταν προέκυπτε και προκύπτει. Και μετά το ταξίδι. Με κάθε ένα από αυτά. Και τέλος, αυτό που νιώθεις ως ταξιδιώτης – αναγνώστης μόλις, πολύ αργά και τελετουργικά, κλείσεις το βιβλίο, το κρατήσεις για λίγη ώρα στα χέρια σου αφού έχεις τελειώσει και κάνεις έναν, ασύνειδο στην αρχή, πιο συνειδητό μετά, απολογισμό.

Τι αφήνουν πίσω τους όμως; Έχουν τα βιβλία χνάρια;

Πολλά και πολυεπίπεδα. Η ιδιομορφία τους είναι ότι τα χνάρια είναι διαφορετικά και εξαρτώνται από το ταξίδι του αναγνώστη. Κάθε αναγνώστης και μια ανάγνωση. Κάθε αναγνώστης και άλλα χνάρια. Η πολυπλοκότητα των παραγόντων είναι και αυτή μαγική. Είναι ένα δίπολο, βιβλίο – αναγνώστης, που έχει μαθηματικά άπειρες εκδοχές. Το τι αφήνει πίσω του ένα βιβλίο λοιπόν, στον καθένα μας, τι ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί, τι βαλβίδες εγκεφαλικές ή ψυχικές εκτονώνει και ποιες πυροδοτεί, είναι κάθε φορά μοναδικό.



Πώς ξεκίνησε η συγγραφή; Και ως τι; Εξομολόγηση, αφήγηση;

Απόσυρση μάλλον. Από τον μικρόκοσμό μου. Ήταν ο τρόπος μου, αρχικά, να δημιουργώ μια τεχνητή απόσταση για να μπορέσω να αποκωδικοποιήσω ότι συνέβαινε γύρω μου. Μόνο έτσι ένιωθα ότι μπορώ να δω τους ανθρώπους, τις συνθήκες, τις καταστάσεις ακόμη και τα προβλήματα πιο καθαρά. Άλλοτε σαν με μεγεθυντικό φακό, άλλοτε σμικρύνοντας την παρορμητική πρώτη αντίδραση στα όποια ερεθίσματα. Καθ` οδόν αυτή η αποδόμηση και επαναδόμηση του μικρόκοσμού μου άρχισε να παίρνει την μορφή μικρών ιστοριών. Όχι πραγματικών όμως. Τα πραγματικά γεγονότα ήταν το πρόσχημα για να πω στον εαυτό μου τις ιστορίες μου όπως τις ήθελα. Και κάπως έτσι συνεχίστηκε μέχρι που οι ιστορίες μεγάλωσαν, κάποιες θέριεψαν, οι άνθρωποι σε αυτές απέκτησαν υπόσταση και εγώ συνειδητοποίησα ότι μου αρέσει να αφηγούμαι τις ιστορίες τους.

«Το παιδί με τη Ριγέ Μπλούζα», είναι το τρίτο μέρος μιας τριλογίας. Είναι μια τριλογία της «κρίσης»;

Είναι μια τριλογία που η θεματική της και το φόντο της έχουν σχέση με την κρίση. Την πολυεπίπεδη κρίση. Το οικονομικό της σκέλος, κατά την άποψή μου, μπορεί να είναι το πιο οδυνηρό αλλά δεν είναι και το πιο επικίνδυνο. Περισσότερη τοξικότητα κουβαλούν τα άλλα σάπια κομμάτια μας. Η ηθική πανωλεθρία μας ως κοινωνικά όντα, η συντριβή των ανθρώπινων σχέσεων, η σε λίγα χρόνια ακύρωση των κεκτημένων πολλών αιώνων. Και όλα αυτά συμβαίνουν, με εμάς βωβούς και άλαλους, δειλούς και άμοιρους, άλλοτε παραιτημένους και μουδιασμένους και άλλοτε ψυχικά αποδεκατισμένους, απλούς θεατές. Αυτά όλα με απασχολούσαν πολύ και με απασχολούν. Και κυρίως το πώς οι άνθρωποι, εμείς, εγώ, λειτουργούμε κάτω από συνθήκες πίεσης. Θεωρώ ότι κάποιος που γράφει, όταν έχει γύρω του ένα τόσο ζοφερό περιβάλλον, είναι εξαιρετικά δύσκολο να το παρακάμψει. Και πάντως εγώ ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω γι` αυτό μέσα από τις ιστορίες των τριών βιβλίων.

Πώς επέλεξες τις θεματικές των βιβλίων;

Το πρώτο «Στα άδυτα.. των δυτών» είχε σαν αφορμή την πολλή κουβέντα που τότε, το 2012-13 γίνονταν για τα πετρέλαια, τον ορυκτό πλούτο της χώρας και πως αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να μας «ξελασπώσει». Έκανα λοιπόν μια μεγάλη έρευνα γύρω από το θέμα και ακολούθησε η συγγραφή του βιβλίου που είναι ένα, θα έλεγα, πολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα ή θρίλερ όπως κάποιοι το «βάφτισαν». Ακολούθησε η «Χρυσή Εκδίκηση» με τα ενεχυροδανειστήρια. Και σε αυτή την περίπτωση ήταν μια εικόνα που ξετύλιξε το κουβάρι. Η εικόνα μιας ταμπέλας «Αγοράζεται χρυσός». Και το σημαίνον και σημαινόμενο αυτής για την ελληνική κοινωνία. Και τέλος «Το παιδί με τη ριγέ μπλούζα», απότοκος κι αυτό μεγάλης έρευνας με θέμα του την παιδική πορνογραφία και το ηλεκτρονικό έγκλημα.


Πόσο δύσκολη ήταν η έρευνα για ένα θέμα όπως αυτό της παιδικής πορνογραφίας;

Αυτονόητα δύσκολη και ψυχοφθόρα. Ήταν μια έρευνα που με έφερε αντιμέτωπη με τον εαυτό μου και τα όριά μου. Ομολογώ ότι τα ξεπέρασα και βρέθηκα αντίκρυ στην πιο ελεεινή όψη των… υπανθρώπων. Γιατί δεν ξέρω πώς πρέπει , πως μπορώ να ονομάσω κάποιον που κακοποιεί ένα μικρό παιδί; Εφτασα πολλές φορές σε ψυχολογικό αδιέξοδο αλλά αυτό με έκανε να πεισμώσω και τελικά να αποφασίσω ότι, ναι, θα ήθελα να αναμετρηθώ συγγραφικά με αυτό το τέρας. Και έτσι προέκυψε μια αστυνομική κοινωνική ιστορία η οποία ελπίζω να αφήσει κάτι σε όσους την διαβάσουν. Μια ιστορία για κάθε παιδί, για κάθε γονιό, για τον καθένα μας…

Επόμενα συγγραφικά σχέδια;

Για κάποιον που γράφει το σχέδιο είναι καταρχήν να μπορεί να γράφει. Να εξακολουθεί να νιώθει ότι έχει πράγματα να πει. Αυτό είναι ο μεγαλύτερος φόβος και ο χειρότερος φόβος. Προσωπικά είμαι καταναγκαστικά συνεπής, με την έννοια ότι γράφω καθημερινά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ακόμη και αν ένα μεγάλο ποσοστό αυτών που γράφω πηγαίνουν στον.. ηλεκτρονικό κάδο ανακύκλωσης. Ωστόσο, αυτό με βοηθά να νιώθω ότι παραμένω στην συγγραφική ατμόσφαιρα. Πριν από λίγο καιρό τελείωσα την πρώτη γραφή ενός νέου βιβλίου. Το άφησα όμως να «ξεκουραστεί», να απαλλαγώ κι εγώ από το φορτίο του. Σε λίγο καιρό θα επανέλθω και με καθαρή ματιά θα το ξαναδουλέψω για να αποφασίσω, πρώτα εγώ, εάν είναι κάτι που ίσως αξίζει τον κόπο να πάρει τον δρόμο της έκδοσης. Στο μεταξύ δουλεύω και άλλα πράγματα, πειραματικά περισσότερο. Ένα παιδικό βιβλίο, ένα θεατρικό… Μ` αρέσει να πειραματίζομαι.


Πηγή: ladytimes.gr
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top