Μόλις το 44% των εργοδοτών εκτιμούν ότι οι εργαζόμενοί τους διαθέτουν τις κατάλληλες δεξιότητες, όταν το 2016 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 64% - Πού εντοπίζονται οι μεγαλύτερες αποκλίσεις - Μη «ελκυστικές» χαρακτηρίζουν τις επιχειρήσεις οι νέοι

Μια σημαντική αναντιστοιχία καταγράφεται στην αγορά εργασίας. Την ώρα που η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων θεωρεί ότι διαθέτει όλες τις ικανότητες ή δεξιότητες που χρειάζονται οι επιχειρήσεις, οι εργοδότες εμφανίζονται ανικανοποίητοι από το εργατικό δυναμικό τους διαπιστώνοντας σημαντική έλλειψη προσόντων. Το συμπέρασμα προκύπτει από έρευνα που πραγματοποίησε ο Όμιλος Adecco για την «Απασχολησιμότητα στην Ελλάδα και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεδομένης της αυξημένης ανεργίας στη χώρα και δη στους νέους.


«Το έλλειμμα δεξιοτήτων που εντοπίζουν τα στελέχη αναφορικά με τους υποψηφίους αναδεικνύει την ύπαρξη ενός κενού, του οποίου η γεφύρωση είναι πολύ σημαντική προκειμένου να καλυφθούν οι ανοιχτές θέσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας» σημείωσε σχετικά ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου που εξειδικεύεται στην παροχή λύσεων Ανθρώπινου Δυναμικού, κάνοντας λόγο για «χάσμα» που μεγεθύνει τα προβλήματα της αγοράς και δρα ανασταλτικά στην επίτευξη της ανάπτυξης.


Στη μελέτη που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο σε 113 στελέχη μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων από διάφορους κλάδους, μόλις το 44% των εργοδοτών δήλωσε ότι οι εργαζόμενοι ανταποκρίνονται επαρκώς στις ανάγκες της εταιρείας (το αντίστοιχο ποσοστό το 2016 ήταν 64%), ενώ το 52% απάντησε ότι ανταποκρίνονται μόνο εν μέρει (34% το 2016).
Στην ερώτηση αν υπάρχουν παράγοντες που δυσχεραίνουν την επιλογή υποψηφίου για την κάλυψη μιας «ανοιχτής» θέσης, το 82% των εργοδοτών απάντησε ναι, προβάλλοντας ως βασικά εμπόδια την έλλειψη των απαιτούμενων προσόντων και εργασιακής εμπειρίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, τα βασικά χαρακτηριστικά που θα «κλειδώσουν» έναν υποψήφιο στη θέση εργασίας είναι το εργασιακό ήθος (84%), η ικανότητα εργασίας σε ομάδα (65%) η ευελιξία/προσαρμοστικότητα (56%) και οι επικοινωνιακές ικανότητες (54%). Οι «τεχνικές και πρακτικές γνώσεις για τη συγκεκριμένη εργασία» έπονται σε ποσοστό 42%.

Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις, πάντως, εντοπίζονται στην «ανάληψη πρωτοβουλιών», στην «ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων» και στην «ευελιξία/ προσαρμοστικότητα» των υποψηφίων.

Για τον περιορισμό αυτής της αναντιστοιχίας συστήνεται η ενίσχυση της πρακτικής άσκησης/ μαθητείας στις επιχειρήσεις (ποσοστό 68%), ενώ ακολουθεί ως πρόταση η περαιτέρω εξοικείωση των σπουδαστών/ φοιτητών μέσω του εκπαιδευτικού προγράμματος με πρακτικές αντίστοιχες εκείνων του επιχειρηματικού κόσμου, όπως ενδεικτικά αναφέρονται οι παρουσιάσεις, η ομιλία σε κοινό, οι ομαδικές εργασίες κτλ. (ποσοστό 57%). Επιπρόσθετα προτείνεται η ενδυνάμωση της συνεργασίας των φορέων εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας (ποσοστό 50%).

Με στόχο να γεφυρώσουν το κενό δεξιοτήτων που διαπιστώνεται, οι εταιρείες δηλώνουν ότι σχεδιάζουν για το προσωπικό εκπαιδευτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες λειτουργίας τους ή παρέχουν στους εργαζομένους τους τη δυνατότητα συμμετοχής σε προγράμματα ενίσχυσης της γνώσης και αύξησης της απόδοσης. Σχετικά με τις ευκαιρίες εκπαίδευσης, ποσοστό 88% των συμμετεχόντων εργοδοτών δήλωσαν πως προσφέρονται από την εταιρεία τους. Ποσοστό 82% των ερωτώμενων απάντησε ότι υλοποιούνται εκπαιδευτικά σεμινάρια, είτε από τις ίδιες τις εταιρείες είτε από εξωτερικούς συνεργάτες, ενώ άλλες μορφές εκπαίδευσης και ανάπτυξης που αναφέρονται είναι η δυνατότητα παρακολούθησης διαδικτυακών σεμιναρίων (on line courses) (56%), καθώς και η συμμετοχή σε ημερίδες/ συνέδρια (55%).

Η έρευνα εξέτασε ακόμα τον βαθμό, κατά τον οποίο οι συμμετέχοντες στη διαδικασία επιλογής προσωπικού αξιολογούν ως «ελκυστικές» τις εταιρείες τους. Φαίνεται πως υπάρχει απόκλιση απόψεων μεταξύ των ανώτερων και των μεσαίων στελεχών στο θέμα αυτό. Χαρακτηριστικά, όπως η «παροχή εκπαίδευσης», η «τήρηση ωραρίου», η «δίκαιη αμοιβή» και η «αποτελεσματική οργάνωση» είναι τα σημεία, στα οποία εμφανίζεται η μεγαλύτερη απόκλιση στα δύο κοινά, δηλαδή των ανώτερων στελεχών και των μεσαίων στελεχών. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα δήλωσαν ότι θεωρούν ελκυστική την εταιρεία τους σε ποσοστό 61%, εν μέρει ελκυστική σε ποσοστό 2% και μη ελκυστική σε ποσοστό 37%.

Μη ελκυστική θεωρούν την εταιρεία τους κυρίως νεότερης ηλικίας άτομα, ενώ τα χαρακτηριστικά που συγκεντρώνουν τα μεγαλύτερα ποσοστά αναφορικά με την ικανότητά τους να δημιουργήσουν ένα ελκυστικό εργασιακό περιβάλλον είναι, η «ηθική και δίκαιη συμπεριφορά προς τους εργαζομένους και τους συνεργάτες», η «καλή φήμη», η «ικανή διοίκηση», το «ήρεμο και ευχάριστο κλίμα εργασίας», η «τήρηση του ωραρίου εργασίας» και οι «παρεχόμενες δυνατότητες εκπαίδευσης».

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top