Τι αναφέρει στο κείμενο των 93 σελίδων, που εντείνει τη διαμάχη της κυβέρνησης με τις δικαστικές ενώσεις και θέτει θέμα ακύρωσης της υποχρέωσης όλων των φορολογουμένων

Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη

Ολόκληρη την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έχει ανάψει φωτιές, για το «πόθεν έσχες», φέρνει στο φως η «κυριακάτικη δημοκρατία», την ώρα που εντείνεται και η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης και των δικαστικών ενώσεων για το θέμα αυτό.
Μέχρι στιγμής έχει γίνει γνωστή μόνο περίληψη της απόφασης, το πλήρες κείμενο της οποίας αριθμεί 93 πυκνογραμμένες σελίδες. Ηδη η κυβέρνηση, διά του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δημ. Παπαγγελόπουλου, σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών, προχώρησε αμέσως -με βάση τη δημοσιοποιηθείσα περίληψη- στην απαραίτητη τροποποίηση της σχετικής υπουργικής απόφασης, αλλά οι δικαστικές ενώσεις προσέφυγαν εκ νέου με αιτήσεις ακύρωσης και αναστολής.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, καταρχάς, το γεγονός ότι η απόφαση θέτει θέμα ακύρωσης της υποχρέωσης όλων των φορολογουμένων -και όχι μόνο των δικαστικών- να δηλώσουν στο πλαίσιο «κατάρτισης του περιουσιολογίου» τα μετρητά και κινητά περιουσιακά στοιχεία που διατηρούν εκτός τραπεζών.

Συλλογισμός

Με αυτόν τον τρόπο η απόφαση αποκτά ευρύτερη νομιμοποιητική βάση και στηρίζεται στον συλλογισμό ότι μια τέτοια υποχρέωση «αποτελεί περιορισμό όχι μόνο του δικαιώματος των υπόχρεων για προστασία των προσωπικών δεδομένων τους αλλά και του δικαιώματός τους για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και για προστασία του ιδιωτικού τους βίου».

Την ίδια ώρα, όμως, η απόφαση διαμορφώνει διαφορετικά κριτήρια για τους δικαστικούς λειτουργούς σε άλλα επίμαχα σημεία και ειδικά σε ό,τι αφορά τον έλεγχο των δηλώσεων «πόθεν έσχες». Συγκεκριμένα, το ΣτΕ αποφαίνεται ότι ο έλεγχος αυτός -σε αντίθεση με τα ισχύοντα για τους υπόλοιπους υπόχρεους- πρέπει να γίνεται από επιτροπή της οποίας η πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου, θα αποτελείται από ανώτατους δικαστικούς-μέλη των τριών ανωτάτων δικαστηρίων.

Αυτό αποτελεί και ένα από τα κομβικά σημεία αντιπαράθεσης, καθώς από την άλλη πλευρά θεωρείται ότι μια τέτοια σύνθεση περισσότερο διευκολύνει παρά αποτρέπει την ατιμωρησία τυχόν επιόρκων. Κατά την απόφαση, όμως, η επιτροπή απαιτείται με αυτή τη σύνθεση, «εν όψει της ιδιαίτερης κατά το Σύνταγμα θέσης των δικαστικών λειτουργών, προκειμένου να είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι πληροί τις απαραίτητες θεσμικές εγγυήσεις για να προβεί σε έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών».

Για να δικαιολογήσει, μάλιστα, το ειδικό καθεστώς που θεωρεί ότι πρέπει να διέπει τον έλεγχο των λειτουργών της, η απόφαση επικαλείται και τη γενικότερη «ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, στην οποία το Σύνταγμα έχει αναθέσει τον έλεγχο των πράξεων των οργάνων των άλλων δύο λειτουργιών, νομοθετικής και εκτελεστικής». Προς «εξασφάλιση» δε αυτής της ανεξαρτησίας, προβάλλει την ανάγκη «ανεξαρτησίας των δικαστών» ακόμη και για τις προϋποθέσεις ελέγχου της περιουσιακής κατάστασής τους...Ενισχύοντας, πάντως, τις αμφιβολίες των επικριτών της για το πόσο τελικά υποβοηθείται έτσι η αντιμετώπιση της διαφθοράς και διαμορφώνοντας την αντίληψη ότι η ιδιαίτερη αντιμετώπιση επιβάλλεται χάριν κάποιου ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος, η απόφαση θεωρεί ότι όλα αυτά αποτελούν «εγγύηση».

Οπως αναφέρει, «ο έλεγχος των δικαστικών λειτουργών πρέπει να διενεργείται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων τους ανεξαρτησία έναντι των οργάνων των δύο άλλων λειτουργιών».

Ισχυρισμοί

Επίσης, κατά τα μέλη του ΣτΕ η ιδιαίτερη μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών «δεν είναι ευνοϊκό μέτρο, αλλά εγγύηση προς το συμφέρον των πολιτών, τα δικαιώματα των οποίων έχουν ως αποστολή να προστατεύουν οι συγκεκριμένοι λειτουργοί».
Με την ίδια λογική η απόφαση προσεγγίζει και άλλο ένα επίμαχο σημείο, ορίζοντας ότι ο έλεγχος του «πόθεν έσχες» πρέπει να είναι (και) για τα μέλη των ανωτάτων δικαστηρίων -από επιτροπή ελεγχόμενη από δικαστικούς!- δειγματοληπτικός και όχι υποχρεωτικός.

Κατά την απόφαση, «ο υποχρεωτικός έλεγχος είναι απρόσφορος» για την επίτευξη της ενίσχυσης του κύρους και της προστασίας της Δικαιοσύνης και «δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι υπάρχει ανάγκη κατά προτεραιότητα ελέγχου των δικαστικών λειτουργών των ανωτάτων δικαστηρίων».
Ενα τελευταίο εξίσου σημαντικό στοιχείο της απόφασης είναι ότι ορίζει ως προθεσμία για τον έλεγχο των δηλώσεων την πενταετία, κάτι που σημαίνει ότι αυτομάτως παραγράφονται όλες οι προηγούμενες εκκρεμότητες στον τομέα αυτό.

ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Εντελώς αντίθετη προς το λαϊκό -και το κοινό περί δικαίου- αίσθημα είναι η ανακοίνωση των επικεφαλής των δικαστικών ενώσεων, με την οποία εμμένουν, επί της ουσίας, στην άρνησή τους να υποβάλουν δηλώσεις «πόθεν έσχες». Πέραν της βαρύτατης προσβολής προς τις δεκάδες χιλιάδες των υπολοίπων υπόχρεων, συνιστά πρωτοφανή πρόκληση και η εντός ολίγων ωρών έκδοση νέας προσωρινής διαταγής που μπλοκάρει κι άλλο τη διαδικασία. Οι απλοί πολίτες, υπέρ των οποίων κόπτονται, για κάτι αντίστοιχο ταλαιπωρούνται επί μήνες...

Δημ. Παπαγγελόπουλος: «Kάποιοι κάτι θέλουν να κρύψουν»



Με νέα σκληρή δήλωση αντέδρασε ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπαγγελόπουλος (φωτό), μετά την προσωρινή διαταγή του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Νίκου Σακελλαρίου, την Παρασκευή, για τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» των δικαστών.
«Κάποιοι κάτι θέλουν να κρύψουν. Συνεχίζουν να εκτίθενται και έρχονται σε πλήρη δυσαρμονία με το αίσθημα δικαίου του ελληνικού λαού και της πλειοψηφίας των Ελλήνων δικαστών» τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Παπαγγελόπουλος, ο οποίος νωρίτερα είχε προχωρήσει στην επανέκδοση της σχετικής υπουργικής απόφασης, ώστε, μετά την απόφαση του ΣτΕ, να ρυθμίζονται οι τυπικές λεπτομέρειες για την ηλεκτρονική υποβολή του «πόθεν έσχες».

Ωστόσο, παρά την επανέκδοση της ΚΥΑ, οι δικαστικές ενώσεις κατέθεσαν νέα αίτηση ακύρωσης και μέσα σε ελάχιστες ώρες έλαβαν την προσωρινή διαταγή, που αφορά μόνο τα μέλη τους και όχι το σύνολο των υπόχρεων υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης. Και, όπως αναφέρουν σε μακροσκελή ανακοίνωσή τους, δεν δεσμεύονται για την υποβολή των δηλώσεων «πόθεν έσχες» για το 2016 και το 2017, υποστηρίζοντας ότι «η Πολιτεία δεν συμμορφώθηκε με το δεδικασμένο...».

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top