Αντιμέτωποι με το... σκληρό πρόσωπο του ειρηνοδίκη έρχονται οι τέσσερις στους 10 δανειολήπτες που προσφεύγουν στον νόμο Κατσέλη καθώς οι αποφάσεις είναι απορριπτικές με αποτέλεσμα είτε να χρειάζεται να καταφύγουν στο εφετείο για να δικαιωθούν –λύση η οποία από μόνη της είναι αρκετά δαπανηρή- είτε να υποστούν τις συνέπειες από το «κλείσιμο» της υπόθεσης εις βάρος τους (καταγγελία σύμβασης, διαταγή πληρωμής, κατάσχεση κλπ). Δικηγόροι που χειρίζονται υποθέσεις του «νόμου Κατσέλη» υποστηρίζουν ότι όσο περνάει ο καιρός, οι απορριπτικές αποφάσεις γίνονται αναλογικά περισσότερες.

Κύριος λόγος για τον οποίο οι δανειολήπτες χάνουν τις υποθέσεις είναι ο… δόλος. Ολοένα και περισσότεροι δικαστές, απορρίπτουν τις αιτήσεις με το σκεπτικό ότι ο δανειολήπτης γνώριζε κατά την εκταμίευση του δανείου ότι δεν θα μπορεί στο μέλλον να το αποπληρώσει και παρ’ όλα αυτά προχώρησε στην εκταμίευσή του. Έτσι, όπως επισημαίνει στο moneypro δικηγόρος που χειρίζεται επί σειρά ετών υποθέσεις του νόμου Κατσέλη, ουσιαστικά το δικαστήριο δεν αποδέχεται την ευθύνη της τράπεζας που ενέκρινε τη χορήγηση του δανείου και επιρρίπτει όλη την ευθύνη στον δανειολήπτη ο οποίος και κατέθεσε τη σχετική αίτηση παρουσιάζοντας μάλιστα τα εισοδήματά του στην τράπεζα.

Οι δανειολήπτες πληρώνουν τώρα τα… σπασμένα παρελθόντων ετών. Είναι κοινό μυστικό ότι στα χρόνια των παχέων αγελάδων, οι δανειολήπτες προσκόμιζαν στις τράπεζες εκκαθαριστικό σημείωμα για να αποδείξουν τα εισοδήματά τους και οι τράπεζες αποδέχονταν προκαταβολικά ότι το εμφανιζόμενο εισόδημα είναι μέρος του πραγματικού. Ουσιαστικά, ειδικά για ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και εισοδηματίες, οι τράπεζες αποδέχονταν εμμέσως πλην σαφώς ότι ο πελάτης τους έχει κάνει φοροδιαφυγή. Παρ’ όλα αυτά, προχωρούσαν στην εκταμίευση του δανείου (καταναλωτικού ή άλλου) αποδεχόμενοι το επιχείρημα του δανειολήπτη ότι η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που αποτυπώνεται στο εκκαθαριστικό της εφορίας. Χρόνια μετά, οι δανειολήπτες είναι αυτοί που πληρώνουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Κατά την εκδίκαση των υποθέσεων για την προσφυγή στον νόμο Κατσέλη, ο ειρηνοδίκης δεν ζητάει μόνο το εκκαθαριστικό για τα σημερινά εισοδήματα προκειμένου να αποδειχθεί αν ο δανειολήπτης μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι στην τράπεζα ή στις τράπεζες. Ζητάει και το εκκαθαριστικό κατά το έτος εκταμίευσης του δανείου. Αν προκύψει ότι το εισόδημα είναι πολύ χαμηλό αναλογικά με το δάνειο, τότε η απόφαση είναι απορριπτική με το επιχείρημα ότι ο δανειολήπτης γνώριζε εκ των προτέρων ότι δεν θα ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του απέναντι στην τράπεζα λόγω πολύ χαμηλού εισοδήματος και παρ’ όλα αυτά προχώρησε στην εκταμίευση. Ο δόλος είναι βασικό στοιχείο απόρριψης μιας αίτησης για προσφυγή στον νόμο Κατσέλη με το άρθρο 1 του αναθεωρημένου νόμου 3869 (όπως διορθώθηκε το 2015 επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ) να είναι σαφές: «Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής».

Οι τράπεζες εκπροσωπούνται πλέον στα δικαστήρια κατά κύριο λόγο από ανεξάρτητα δικηγορικά γραφεία που αναλαμβάνουν τις υποθέσεις σε συσκευασία «πακέτου». Οι δικηγόροι των τραπεζών έχουν ως βασική τους προτεραιότητα να αποδείξουν τον δόλο και ειδικά το τελευταίο διάστημα κερδίζουν πλήθος υποθέσεων ακριβώς με το επιχείρημα ότι ο δανειολήπτης γνώριζε ότι δεν θα ανταπεξέλθει. Στην πραγματικότητα όμως, οι δανειολήπτες δεν τιμωρούνται επειδή έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους σήμερα και δεν το κάνουν αλλά γιατί προχώρησαν στην εκταμίευση του δανείου. Από τις απορριπτικές αποφάσεις, ορισμένες είναι μόνο αυτές που καταλήγουν στο εφετείο καθώς τίθεται και το θέμα του κόστους το οποίο ξεπερνά τα 1000 ευρώ ανάλογα και με τον αριθμό των κοινοποιήσεων.

Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι τράπεζες και τα οποία αφορούν στην περίοδο έως και το πρώτο εξάμηνο του 2017, δείχνουν ότι κερδισμένες από τις τράπεζες υποθέσεις έχουν φτάσει πλέον να αντιστοιχούν στο 42% των αιτήσεων που έχουν εκδικαστεί. Στα δάνεια με εξασφαλίσεις (υποθήκες ακινήτων κλπ) το απορριπιτικό ποσοστό ανέρχεται στο 41% (40% για τα στεγαστικά δάνεια και 38% για τα καταναλωτικά). Στα δάνεια για τα οποία δεν υπάρχουν εξασφαλίσεις για τις τράπεζες, το απορριπτικό ποσοστό κυμαίνεται σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα έως και το 44%. Στις περιπτώσεις που το δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση για ένταξη στο νόμο Κατσέλη, ο αιτών δανειολήπτης ευθύνεται στο ακέραιο για την αποπληρωμή της οφειλής του στην τράπεζα.

fpress.gr
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top