Του Μανώλη Κοττάκη*

O μήνας που διανύουμε ξεκίνησε με τις απειλές της πολυεθνικής εταιρίας Eldorado Gold ότι θα αποχωρήσει από την Ελλάδα, επειδή δεν προχωρούσαν οι διαδικασίες αδειοδότησης από το αρμόδιο υπουργείο.

Ωστόσο η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, καθώς σημειώθηκε και αποκλιμάκωση στην ένταση που επικράτησε στις σχέσεις μεταξύ Πολιτείας - επενδυτών.

Ο διεθνής θόρυβος που προκλήθηκε από το παιχνίδι τακτικής των Καναδών υπήρξε περιορισμένος -ασχολήθηκαν οι συνήθεις ύποπτοι «Financial Times», Bloomberg- και αυτό που μένει να δούμε τώρα είναι με ποια μορφή θα επέλθει συμβιβασμός. Παράλληλα με το «αστυνομικό» μέρος της υπόθεσης ξέσπασε όμως και η καθιερωμένη πολιτική αντιπαράθεση για το ποιος είναι ο εχθρός της επιχειρηματικότητας στην πατρίδα της και ποιος ο φίλος της.

Αν συμφωνήσουμε για την οικονομία της συζήτησης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μεγάλος εχθρός είτε εκ προθέσεως είτε διά παραλείψεως, θα πρέπει -νομίζω- να έχουμε το θάρρος να πούμε τι σημαίνει φίλος της επιχειρηματικότητας στην πατρίδα μας στα 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης· και βεβαίως να ορίσουμε την επιχειρηματικότητα. Στα 40 χρόνια της Μεταπολίτευσης υπήρξαν περίοδοι που η πολιτική ηγεσία μας αρνήθηκε σαφώς να ανταλλάξει την υποστήριξή της σε επιχειρηματικά σχέδια με ενισχύσεις κάτω από το τραπέζι. Ενισχύσεις που να προορίζονται είτε για το ταμείο ενός κόμματος είτε για την τσέπη αυτών που έβαζαν τις υπογραφές ή εν πάση περιπτώσει έδιναν την εντολή για τις υπογραφές.

Κορυφαίος επιχειρηματίας της ναυτιλίας και των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων είχε να λέει όσο ζούσε ότι επιχείρησε να εκφράσει την ικανοποίησή του προς πρωθυπουργό που ξεμπλοκάρισε επένδυση μετά δεκαετίες, αλλά συνάντησε τείχος. «Αν θέλετε να ενισχύσετε, να τα δώσετε στο κόμμα και να κόψετε κουπόνια» ήταν η ευγενική απάντηση που δέχθηκε. Εμεινε ενεός ο άνθρωπος, γιατί είχε συνηθίσει με τους προηγούμενους να δίνει το κατιτίς του κάθε φορά που καθυστερούσε μια υπογραφή.

Υπό αυτή την έννοια, ναι, υπήρξαν ηγεσίες - αληθινοί φίλοι της επιχειρηματικότητας μεταπολιτευτικά. Ηταν όμως αυτός ο κανόνας; Η καταδίκη του υπουργού Μεταφορών Τ. Μαντέλη, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι μίζες της Siemens ήταν χορηγίες για τον προεκλογικό αγώνα του, μάς λέει «όχι».
Οι πληρωμένες διαφημιστικές χορηγίες εταιρίας που πρωταγωνιστεί στη δημοσιότητα αυτόν τον καιρό σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές μεγάλης επιρροής μάς λένε πάλι «όχι». Οι καταγγελίες του Γάλλου επιχειρηματία, που έχασε τη δουλειά της ασφάλειας στους Ολυμπιακούς, επειδή δεν στόχευσε ψηλά στον πρωθυπουργό και τον αρμόδιο υπουργό, καθ’ ομολογίαν του, πάλι μας λένε «όχι».

Οι αποκλίσεις στα «πόθεν έσχες» των υπουργών Αμυνας της χώρας και οι καταδίκες τους πάλι μας λένε «όχι». Και φυσικά το 1.000.000 μάρκα πολυεθνικής σε ταμεία κόμματος πάλι λέει «όχι». Δεν είναι αυτός ο κανόνας.
Ο κανόνας είναι ο πάγκος. Μιλούμε βεβαίως για τα περιστατικά που γνωρίζουμε. Γιατί οι παθόντες σε ιδιωτικές συζητήσεις τους λένε πολλά για πολλούς και αναγνωρίζουν την αδήριτη αλήθεια: Τμήμα της πολιτικής τάξης μας υπήρξε φίλος της επιχειρηματικότητας μεταπολιτευτικά, όχι από πεποίθηση ή από ιδεολογία. Υπήρξε φίλος με το αζημίωτο. Αν δεν περνούσες από τον πάγκο, η «φιλελεύθερη» ή η «σοσιαλιστική» συνείδηση ενός εκάστου επαναστατούσαν.

Γι’ αυτό όσα ζούμε μέχρι στιγμής σήμερα στο θέατρο των επιχειρήσεων έχουν περιορισμένη σημασία. Θα αποκτήσουν μόνο αν οι επιχειρηματίες που καταγγέλλουν ως εχθρό της αγοράς την Αριστερά παρουσιάσουν στοιχεία ότι έχει στήσει και αυτή τον δικό της πάγκο. Μόνο τότε. Μέχρι να συμβεί αυτό, αν συμβεί, στην πραγματικότητα θα παρατηρούμε απλώς αψιμαχίες.

Μανώλης Κοττάκης

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Δημοκρατία"
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top