Του Γ. Λακόπουλου

Αν πάρουμε τοις μετρητοίς τα ΜΜΕ των παραγόντων που συγκρούονται με την κυβέρνηση -επιδιώκοντας την παλινόρθωση στις προγενέστερες καταστάσεις της ασυδοσίας τους – η “παρέα του Μαξίμου” καταρρέει και οσονούπω μπαίνει θριαμβευτής στο κυβερνείο ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αλλά καλό είναι να μην τα πάρουμε…

Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση η κατάσταση είναι διαφορετική. Από τη μια βρίσκεται αντιμέτωπη με την αυτονόμηση δυσφορία που προκαλεί εδώ και εφτά χρόνια η υλοποίηση των πολιτικών του Μνημονίου στο δημοσιονομικό πεδίο και το μέτωπο των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεις.

Αλλά ταυτόχρονα εισπράττει τη γενικευμένη ικανοποίηση των εταίρων και άλλων παραγόντων που εμπλέκονται στην «ελληνική υπόθεση» για την ώθηση που έδωσε στα πράγματα, ώστε να είναι ορατή η έξοδος από το Μνημόνιο, η χρηματοδότηση από τις αγορές και την ανάπτυξη και η έναρξη της πορείας προς την έξοδο από την κρίση, την ριζική αλλαγή των παραδοσιακών προτύπων λειτουργίας της χώρας και τελικά την ευημερία.

Καμία άλλη κυβέρνηση από το 2010 δεν εισέπραξε τόσους διεθνείς επαίνους για τη δρομολόγηση θετικών εξελίξεων εκεί που απέτυχαν οι προκάτοχοι της. Ακόμη και από τον Σόιμπλε. Ότι το τίμημα της επιτυχίας είναι το πολιτικό κόστος, το ξέρουν όσοι αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει και ότι αυτό συμβαίνει ήδη -προκαλώντας την -πρόσκαιρη- δυσαρέσκεια δικαίων και αδίκων, όπως ήταν αναμενόμενο…

Σε ό,τι αφορά την αξιωματική αντιπολίτευση η κατάσταση είναι διαφορετικότερη. Ποτέ άλλοτε στο μέσον μιας κοινοβουλευτικής περιόδου αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν βρέθηκε σε τόσο δύσκολο θέση σαν αυτή που βρίσκεται σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Σε δύσκολη θέση πολιτικός αρχηγός που προηγείται στις δημοσκοπήσεις και έχει την ευχέρεια των λόγων απέναντι στη δυσχέρεια των πράξεων της κυβέρνησης; Κι όμως, τα φαινόμενα απατούν: στην πολιτική μετράει ποιος μπορεί να καβαλήσει το κύμα των εξελίξεων και όχι ποιος κάθεται στην ακτή και του πετάει πέτρες.

Χωρίς ατζέντα και αφήγημα η ΝΔ


Οι κυβερνητικές δυσχέρειες θα μπορούσαν να είναι πλεονέκτημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη αν δεν συνέβαινε να τον συνοδεύει ένα μειονέκτημα: δεν έχει πλέον τι να πει. Ό,τι ήταν να πει για την κυβέρνηση και τον εαυτό του το είπε – και δεν απέδωσε.

Τώρα βρίσκεται χωρίς «αφήγημα», όπως θα έλεγαν οι επικοινωνιολόγοι που τον περιβάλουν- τη στιγμή που ο αντίπαλος τον οποίο θέλει να νικήσει ενισχύει διαρκώς το δικό του αφήγημα και το δένει διαρκώς με το αφήγημα που έχει ανάγκη η χώρα.

Ο Αλέξης Τσίπρας ξεπέρασε τα λάθη του παρελθόντος και έχει στρατηγική και τακτικό σχέδιο: επιδιώκει να βγάλει τη χώρα από το Μνημόνιο και να κλείσει την τετραετία -ή έστω την …τριετία- με θετικά στοιχεία για την οικονομία, την ανάπτυξη, τις μεταρρυθμίσεις, τις αγορές, το διεθνές περιβάλλον και τη θέση της Ελλάδας. Την κατάσταση των πιο αδυνάμων και την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος με τη χειραφέτηση του από τα γνωστά κέντρα χειραγώγησης κομμάτων και πολιτικών. Αυτά θα αποτελέσουν τον απολογισμό του προς τον ξενοδόχο που θα κάνει το λογαριασμό.

Είναι μια διακριτή πολιτική -με αρχή μέση και τέλος-, την προβάλει και θα κριθεί στο χρόνο και από την απόδοσή της και τίποτε άλλο. Και πάντως όχι από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, τα εμμονικά δελτία ειδήσεων κάποιων καναλιών και τις σαχλαμάρες κάποιων αναλυτών ….

Ο Κυριάκος τι έχει και τι προβάλλει; Μόνο την επιδίωξη να …κερδίσει τις εκλογές , σα να είναι αυτοσκοπός. Φάνηκε για μια φορά ακόμη σε μια συνάντηση που είχε την Πέμπτη με μεταπτυχιακούς φοιτητές του αμερικανικού πανεπιστήμιου Stanford- στην οποία επανέλαβε τον εαυτό του απλώς.

Κανονικά θα έπρεπε να αισθάνεται στο στοιχείο του, ώστε να λυθούν τα μάγια που τον κρατούν δέσμιο στη γραμμή «τυφλή αντιπολίτευση και τίποτε άλλο» που του συνιστούν διάφοροι κουφιοκεφαλάκηδες συνομιλητές του -και ενδιαφέρονται πρωτίστως για την πάρτη τους.

Να μιλήσει σαν πολιτικός που έχει όραμα, γνώση, επεξεργασμένη άποψη για την κατάσταση στη χώρα -και όχι σλόγκαν- και θέτει στόχους γνωρίζοντας από πού θα ξεκινήσει και πού θα μπορούσε να φτάσει αν πάρει την εξουσιοδότηση.

Αντί γι’ αυτό ο πρόεδρος της ΝΔ …αποκάλυψε στους φοιτητές ότι «τα ζητήματα που απασχολούν τους Έλληνες είναι οι νέες δουλειές, η ασφάλεια και η εκπαίδευση»- σαν να τους έλεγε ότι ανακάλυψε την πυρίτιδα.

Τους έδωσε την …κρίσιμη πληροφορία ότι «διανύουμε τον όγδοο χρόνο οικονομικής κρίσης και οι πολίτες παραμένουν απαισιόδοξοι για το μέλλον της χώρας, η πλειονότητα εκτιμά ότι η κατάσταση χειροτερεύει» .Και σε ό,τι τον αφορά διευκρίνισε ότι «πιστεύει στη δύναμη της αλήθειας».

Θα μπορούσε να συμπληρώσει ότι πιστεύει στη δύναμη του Θεού, στη δύναμη της θελήσεως και στη δύναμη του Παναθηναϊκού να πάρει το πρωτάθλημα. Ωραία πίστη, αλλά αυτό δεν είναι πολιτική.

Μετά εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να ασκήσει …εθνική πολιτική λέγοντας το «το 2015 οι λαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να ανέλθουν στην εξουσία»- σα να υπήρξε κατάληψη της εξουσίας δι’ εφόδου και να μην έγιναν εκλογές τις οποίες κέρδισε δις ο ΣΥΡΙΖΑ.

Τελικά μίλησε και για το «πρόγραμμα των εκατό ημερών» του. Ως πρωθυπουργός εννοείται. Ακόμη δεν τον είδαμε… αλλά τέλος πάντων.

Τι θα κάνει; Πρωτότυπα και ευρηματικά πράγματα. Πρώτον: «Είναι αναγκαίο να έχουμε την ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων»- οι οποίες ωστόσο θα έχουν ολοκληρωθεί όταν θα κυβερνήσει -αν κυβερνήσει- ο ίδιος και απλώς θα πρέπει να συνεχίσει την πολιτική Τσίπρα.

Μετά μπήκε στις μεγάλες πολιτικές: «Να εκμεταλλευτούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της πατρίδας μας. Με λιγότερους φόρους και ιδιωτική πρωτοβουλία να βάλουμε ξανά μπροστά τη “μηχανή” της ελληνικής οικονομίας. Με καλύτερο και αποτελεσματικότερο Κράτος, που θα στέκεται αρωγός στις επενδύσεις και δεν θα ταλαιπωρεί τους πολίτες». Μοναδικές συλλήψεις.

Έχει σχέδια για τις πρώτες 100 ημέρες της διακυβέρνησής του: «Θα προχωρήσουμε σε μείωση των φορολογικών συντελεστών και περικοπή των δαπανών. Με ουσιαστικές αλλαγές στις διαδικασίες χορήγησης άδειας λειτουργίας στις επιχειρήσεις και με εμβληματικές αποκρατικοποιήσεις που θα στείλουν “μήνυμα” στους επενδυτές ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη για να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια. Και, βεβαίως, είναι αναγκαία η μεταρρύθμιση στην Παιδεία, ώστε η χώρα να πάψει να εξάγει φοιτητές και να γίνει κέντρο εκπαίδευσης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη».

Το καλύτερο το φύλαγε για το τέλος: «Προσωπικά, στοχεύω να οικοδομήσω, και πάλι, την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική».

Κάποιος θα συμπλήρωνε: αρνάκι άσπρο και παχύ της μάνας το καμάρι… Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα,…Χαιρέτα μας τον πλάτανο και Νικολό καρτέρει. Και αλλά συναφή.
Θα αρχίσει από το …μηδέν;

Ο δημόσιος λόγος του Κυριάκου δείχνει κρίση προσανατολισμού του κόμματος του και του ίδιου. Η δημόσια παρουσία του αποδιαρθρώνεται διαρκώς, βγαίνει εκτός θέματος, απονευρώνεται από τα στοιχεία της πραγματικής πολιτικής και καταλήγει στην επίκληση ενός είδους αυτοεκπληρούμενης προφητείας: θα γίνει πρωθυπουργός επειδή το θέλει πολύ.

Κανείς δεν κατανοεί γιατί πρέπει να είναι πρωθυπουργός ο ίδιος εκτός από το συγκλονιστικό επιχείρημα… «γιατί δεν πρέπει να είναι ο Τσίπρας;. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι θα κάνει ως Πρωθυπουργός αφού ακόμη και αυτά στα οποία παραπέμπουν οι γενικότητες που αναφέρει θα έχουν ήδη γίνει με τη βούλα και επικύρωσή της Ευρώπης, των αγορών των διεθνών οργανισμών και παντός αρμοδίου.

Θα ξαναμεταρρυμίσει τις μεταρρυθμίσεις και θα ξανα-ιδιωτικοποιήσει τις ιδιωτικοποιήσεις, ή θα πουλήσει την Ακρόπολη;

Ο άνθρωπος ενσάρκωσε κάποια στιγμή την προσδοκία πολλών να συμβάλλει στην μετεξέλιξη του δημόσιου βίου και στην αναβάθμιση του δημόσιου λόγου του κόμματός του, θα μπορούσε απλώς να αβαντάρει τη μεταρρυθμιστική κίνηση της περιόδου. Να αναγνωρίσει στην κυβέρνηση ότι κινείται στη σωστή κατεύθυνση και να περιμένει ότι θα εισπράξει το όφελος, εφόσον επικρατήσει τις εκλογές. Αντί γι’ αυτό προωθεί την εντύπωση ότι θα αρχίσει από το μηδέν.

Ή δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις, ή χάνεται στη σκόνη που δημιουργούν οι παλαιομοδίτες που τον συμβουλεύουν να μην είναι ο εαυτός του -όπως τον παρουσίαζε κάποτε- αλλά να εμφανίζεται ως «αδυσώπητος τιμωρός του Τσίπρα». Έβαλε τον Άδωνι, κορώνα στο κεφάλι του, να υιοθετήσει την πιο παρακμιακή ρητορική της παλιάς Δεξιάς και μετέχει σε σκηνοθετημένες παραστάσεων εκλαΐκευσης του προφίλ του -κάτι που δεν του ζήτησε κανείς.

Ενδιαμέσως εξαντλείται σε κακογραμμένες παρεμβάσεις χωρίς έμπνευση και νόημα. Σαν το πρόσφατο άρθρο στην «Καθημερινή», τη σύσταση στους Κρητικούς να ξεχωρίσουν την τσικουδιά από τη οδήγηση και οδηγίες προς τους πολίτες του τύπου «στη στροφή στρίβουμε», τις «τα μισά της χιλιάδας είναι πεντακόσια» και τέτοια πράγματα. Ορατότης μηδέν.

Δείχνει να μην λαμβάνει υπόψη που βρίσκεται σήμερα η χώρα, που οδεύει, σε ποιο σημείο θα βρίσκεται στις εκλογές όταν θα επιχειρήσει να την παραλάβει και που θα αναλάβει να την πάει, αν το καταφέρει.

Όσα λέει δεν συγκροτούν πολιτική πρόταση υπέρ της κοινωνίας αλλά απλή επιδίωξη επικράτησης επί της σημερινής κυβέρνησης, η οποία «πρέπει να φύγει».

Όχι γιατί βλάπτει τη χώρα -αφού όλοι ακριβώς το αντίθετο λένε : η χώρα βρίσκεται σε καλό δρόμο πλέον-, αλλά γιατί βλάπτει συγκεκριμένα συμφέροντα, που είχαν θέσει υπό έλεγχο τη χώρα και τους πόρους της.

Είναι κατανοητό γιατί οι εκπρόσωποι αυτών των συμφερόντων θέλουν να φύγει ο Τσίπρας. Αλλά δεν είναι κατανοητό γιατί θέλει το ίδιο για τους ίδιους λόγους και ο Μητσοτάκης. Εκτός αν έχει πειστεί από τις ανοησίες ότι ως αντιπολίτευση δεν πρέπει να κάνει τίποτε άλλο εκτός από αντιπολίτευση.

Πώς θα κριθούν οι εκλογές


Αυτά που κρατούν ακόμη τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε θέση εν ενεργεία αρχηγού κόμματος που θέλει, ευλόγως, να επιστρέψει στην κυβέρνησή είναι τα εξής:

Πρώτο, η αυτονόητη δυσφορία που προκαλούν οι πολιτικές υλοποίησής του Μνημονίου -που είναι αναγκαίες αν θέλει η Ελλάδα να βγει από την κρίση και θα τις υλοποιούσες και ο ίδιος αν ήταν στη θέση του Τσίπρα και αν τα κατάφερνε. Άλλωστε τις προσυπέγραψε.

Δεύτερο, κάποιοι ανερμάτιστοι δημοσκόποι που μετατρέπουν τη λαϊκή δυσφορία για την ασκούμενη πολιτική απευθείας σε εκλογικό προβάδισμα της ΝΔ που δεν ανατρέπεται με τίποτε. Ορισμένοι τον χρίζουν και αυτοδύναμό, τη στιγμή που οι σύμμαχοι του προσπαθούν να του βρουν από τώρα δεκανίκια…

Τρίτο, ένα μιντιακό και οικονομικό σύστημά που τρίζει παρά τις μεταμορφώσεις του και ποντάρει στην επικράτηση Μητσοτάκη για να αποφύγει την ολοκλήρωσή του δράματος «έγκλημα και τιμωρία» που ζει επί των ημερών του Τσίπρα. Στον οποίο οι παραδοσιακοί πατερούληδες του δημοσίου βίου δεν έχουν την ευκαιρία να … δώσουν οδηγίες για τη διακυβέρνηση, τη κατανομή των πόρων και τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου -όπως παλιά.

Αυτό το σύστημα συντονίζεται, ξεπερνώντας και τις εσωτερικές διαφορές του και αναθέτει στους καλυτέρους μισθοφόρους του να «αποδομήσουν» τον Πρωθυπουργό, κατηγορώντας τον για τα πάντα και παραμορφώνοντας την κατάσταση με διαστροφικόυς καθρέφτες στην ενημέρωση. Του επιτίθενται ακόμη και όταν έχει προφανώς δίκιο και γελοιοποιούνται

Αλλά αυτά δεν αρκούν για να κυριαρχήσει ένας πολιτικός της αντιπολίτευσης επί του αντιπάλου του. Η θεωρία ότι «δεν πειράζει που δεν είναι καλός ο Κυριάκος γιατί οι ψηφοφόροι απλώς θα τιμωρήσουν τον Τσίπρα» είναι τόσο μουχλιασμένη,όσο και αυτοί που την προωθούν.

Οι εκλογές θα γίνουν σε μια συγκεκριμένη συγκυρία με τα δικά της συμφραζόμενα και θα κριθούν πάνω σε ένα δίλημμα και τις επιμέρους διατυπώσεις του στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι απολογισμοί, οι προσωπικότητες, το παρελθόν, οι επιβαρύνσεις-ακόμη και οι κληρονομικές, ή οι αισθητικές.

Σ’ αυτή τη συγκυρία θα προσέλθει καλυτέρα εξοπλισμένος όποιος έχει προσανατολισμό, σχέδιο και πρόταξη για τη συνέχεια. Αυτά ακριβώς λείπουν σήμερα από τη ΝΔ και τον επικεφαλής της. Και έχει μόλις ένα χρόνο στη διάθεσή του για να αναζητήσει και να τα παρουσιάσει τους πολίτες. Αλλιώς θα μείνει με τον Άδωνι- εναντίον του…

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top