Toυ Νίκου Λακόπουλου

Αν και παλιότερα θεωρούσε μεγαλύτερο πολιτικό τον Νίκο Μπελογιάννη, ο Αλέξης Τσίπρας περνώντας τα σαράντα- ο πιο νέος πρωθυπουργός στην Ελλάδα- μετά τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη- έκανε με το άρθρο του για τον Ανδρέα μια κίνηση που αιφνιδίασε μόνο όσους δεν είχαν προσέξει ότι κέρδισε τις εκλογές μιμούμενος ακόμα και τη φωνή του Παπανδρέου.

Ο τίτλος του άρθρου «αν ήταν ψεύτης ο Ανδρέας» θα πρέπει να συνδεθεί με την παλιότερη δήλωσή του ότι «είχε αυταπάτες». Το πραγματικό ερώτημα είναι αυτό που αφορούσε τον Ανδρέα- αν ήταν δηλαδή ένας πολιτικός απατεώνας. Μόνο που αφορά τον ίδιο τον Αλέξη. Ήξερε τι θα συμβεί όταν θα καταργούσε τα μνημόνια κι ξεγέλασε το πόπουλο για να πάρει την εξουσία ή πράγματι πίστευε ότι θα κάνει τις αγορές να χορεύουν πεντοζάλη;

Aντίθετα με τον Ανδρέα Παπανδρέου που προήλθε ένα πολιτικό τζάκι -ως πρίγκηπας της Δημοκρατικής Παράταξης- για να διαδεχθεί τον πατέρα του ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένα παιδί από τα Εξάρχεια- που τριάντα χρονών- κυριολεκτικά τον καλεί ο κόσμος και η Ιστορία- να παίξει ένα πολιτικό ρόλο. Ήταν η ανατροπή ενός πολιτικού σκηνικού δεκαετιών που ένας πολιτικός μπόμπιρας με τα μαλλιά -καρφάκια, ένα «ροκαμπίλι» -όπως έδειχνε- με υπεύθυνο τύπου ένα νεαρό με σκουλαρίκι έμπαινε για πρώτη φορά στο Προεδρικό Μέγαρο, ως αρχηγός ενός μικρού κόμματος.

Κατά κανόνα στην πολιτική ζωή της Ελλάδας -με εκπλήξεις κι ανατροπές- ο πολιτικός ηγέτης δεν υπάρχει στο πολιτικό τραπέζι, αλλά εμφανίζεται ξαφνικά απέξω, όπως ο Χαρίλαος Τρικούπης που βρέθηκε από τη φυλακή στην πρωθυπουργία. Ή ο Ελευθέριος Βενιζέλος που εκλήθη από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμό μετά από ένα κίνημα που ονομάστηκε Επανάσταση στο Γουδί. Ακόμα και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ένα λαϊκό παιδί από τις Σέρρες- ως εκλεκτός του Παλατιού είναι η έκπληξη για την εποχή του -που οδηγείται σε ρήξη με το Παλάτι. Παρότι ανήκει στη Δεξιά έχει στοιχεία ριζοσπαστισμού που αν δει κάποιος το έργο του θα νόμιζε πως πρόκειται για ένα αριστερό ηγέτη μιας τριτοκοσμικής χώρας: κάνει εθνικοποιήσεις, αποχωρεί από πολιτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, τελειώνει το θεσμό της βασιλείας, συγκροούεται με την παράταξή του ή νομιμοποιεί το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου είναι πιο θεαματική -ίσως γιατί είναι ο πρώτος που κατάλαβε το τέλος της πολιτικής, όπως την ξέραμε, πως η «επανάσταση», η πολιτική- ίσως και η ίδια ζωή- είναι ένα σόου. Ο κόσμος δεν πρόκειται να αλλάξει και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς ό,τι μπορούμε -πάνω από όλα να ζήσουμε κι όχι να πεθάνουμε όπως ο σύγχρονός του, ο ήρωας, αλλά νεκρός Αλλιέντε. Οι φράσεις «εμείς δεν θα σφάξουμε το λαό» ή «εγώ δεν θα γίνω Αλλιέντε» αποδίδονται στον Ανδρέα Παπανδρέου που αναγνωρίζοντας την Εθνική Αντίσταση- του ΕΑΜ- σέβεται και τον αντίπαλο του, τον ΕΔΕΣ- ουσιαστικά τερματίζει το κλίμα του Εμφυλίου.

Στην πραγματικότητα ο Ανδρέας Παπανδρέου- με τις δικές του πολιτικές τούμπες- κάνει σλάλομ πάνω σε μια χώρα που μόλις έχει βγει από μια δικτατορία. Οι μαθητές κουρεύονται ακόμα με την ψιλή στα σχολεία και οι αλλαγές που κάνει σε επίπεδο θεσμών εκρεμμούσαν δεκαετίες, ακόμα και αιώνες- όπως δικαιώματα γυναικών, ο θεσμός της προίκας ή ο στοιχειώδης εκδημοκρατισμός του στρατού.

Η πολιτική τέχνη του Ανδρέα Παπανδρέου είναι ότι οδηγεί μα ηττημένη Αριστερά στην εξουσία και κάνει τομές με στόχο η αποικία να γίνει χώρα. Να φύγει ο χωροφύλακας και να υπάρξει μια δημοκρατία με ελεύθερο τύπο, συνδικαλιστική ελευθερία, εκλογές χωρίς …νοθεία, δημοκρατικό πανεπιστήμιο, οικονομία χωρίς κρατικό έλεγχο. Ακόμα και ορισμένες κοινωνικοποιήσεις ή προσπάθειες αυτοδιαχείρισης -που μάλλον απέτυχαν ή χρεοκόπησαν όλες.

Η βασική κατηγορία είναι πως μετέτρεψε το κράτος σε γραφείο διορισμών, το διόγκωσε, μοίρασε λεφτά για κατανάλωση και να επανεκλεγεί. Αλλά ένα κόμμα που δεν θα το έκανε αυτό, απλώς δεν θα κέρδιζε τις εκλογές. Θα είχε πέσει. Οι ψηφοφόροι στην Ελλάδα, είναι πιο διεφθαρμένοι από τους πολιτικούς και είναι αυτοί που διατηρούν το «πελατειακό κράτος». Το ερώτημα είναι αν ο Ανδρέας πρόδωσε τον λαό ή ο λαός τον Ανδρέα -και τα ειλικρινή του οράματα που ξέφευγαν από την εποχή του κι μπορεί να ήταν οι δικές του αυταπάτες.

Είναι ένα ερώτημα που ξανατίθεται όταν ο πολιτικός ριζοσπαστισμός φαίνεται να επανέρχεται με τη μορφή μιας «αριστερής κυβέρνησης». Στη πράξη το ερώτημα αυτό δεν αφορά το αν μια κυβέρνηση είναι «αριστερή» ή αν είναι ικανή ή ανίκανη κυβέρνηση. Αν μια αριστερή κυβέρνηση δεν πειράζει δομές, δεν ενοχλεί το περιβόητο «κατεστημένο» και φυσικά δεν αλλάζει τις παραγωγικές σχέσεις πόσο αριστερή είναι- ιδιαίτερα αν είναι μια αριστεροδεξιά συμμαχία;

Αναγκαστικά η φαιδρότητα επανέρχεται στην πολιτική, το γελοίο -μια στάση πέρα από το αστείο. Χωρίς μια σοβαρή οικονομία- χωρίς βιομηχανία- χωρίς δηλαδή «καπιταλισμό» στην Ελλάδα δεν έχουμε ούτε αυθεντικές κοινωνικές τάξεις, ούτε σοβαρά κόμματα πράγμα που εξηγεί ότι ποτέ- μετά την ήττα του 1821 και τον Εμφύλιο στον οποίο οδήγησε- δεν έγινε καμμιά επανάσταση εδώ πέρα. Μόνο λόγια και παχιά συνθήματα, παραμύθια λαϊκά και δανεικά οράματα ή «προγράμματα» κατά της «Ολιγαρχίας», των Ξένων- που ευθύνονται πάντα για τα δεινά- μια νόθα ψεύτικη συνείδηση με πλαστικές πολιτικές σημαίες.

Η πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας ορίζεται από τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της πάντα έτοιμης να προδώσει τους συμμάχους της μικροαστικής τάξης. Η ελληνική ζωή, πολιτική, μόδα, μουσική, αρχιτεκτονική χαρακτηρίζονται από μιμητισμό. Ο Έλληνας με χωριάτικη καταγωγή μεταμφιέστηκε εις Παρισίους σε «Ευρωπαίο» κρύβει ένα ένοχο παρελθόν και περιφρονεί, καθώς λατρεύει, τον εαυτό του. Αυτή η σχέση αγάπης-μίσους περνάει και στη σχέση με τους πολιτικούς του. Σε μια χώρα όπου όλα είναι «ιμιτασιόν» ό,τι είναι γνήσιο αποβάλλεται ως ψεύτικο.

Στην Ελλάδα κάθε εργάτης είναι εν δυνάμει αστός. Κάθε «αστός» αντιμετωπίζει ανά πάσα στιγμή το φάσμα της καταστροφής. Ζει με το φόβο της πτώσης. Η «αστική τάξη» είναι συχνά πυκνά πρώην φτωχόπαιδα, όπως ο Λάτσης και ο Μποδοσάκης. Αυτή την εθνική ψυχολογία θα εκφράσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο φόβος μέσα στον οποίο ενηλικώνεται η νεοελληνική κοινωνία εξηγεί τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές του Νεοέλληνα, που περνά από κρίσεις αυτοϋποτίμησης σε εκρήξεις μεγαλομανίας.

Η νέα περίοδος της ελληνικής κακογουστιάς θα έρθει αναπόφευκτα με τον «αριστερό» νεοπλουτισμό του ΠΑΣΟΚ, αλλά η αποτυχία του πιο ελπιδοφόρου κινήματος της νεότερης Ελλάδας, ύστερα από αυτό του Βενιζέλου, θα ανοίξει το δρόμο για ένα –επιτέλους!– «πραγματικά αριστερό» πολιτικό κιτς -που εκφράζουν επάξια ο Καμμένος -φορώντας στρατιωτικές στολές με το όνομά του- ο -πίνοντας φραπέ η κλασσική φιγούρα Έλληνα Αριστερού- όπως είναι ο Αλέκος Φλαμπουράρης.

Ο Άρης Βελουχιώτης κοσμεί υπουργικά γραφεία ως επίδειξη «αριστερής συνείδησης», αλλά σε ποιο κόμμα θα ήταν σήμερα;To αρχέτυπο στην πραγματικότητα είναι ο Ζορρό- που θα τιμωρήσει τους κακούς και διεφθαρμένους, υπέρ των αδυνάτων- αλλά ήταν αριστερός; H πολιτική είναι ένα σόου που δεν μπορεί να αλλάξει την κοινωνία. Κι ο Αλέξης στην σχέση του με τον Ανδρέα αντιλαμβάνεται μια προσπάθεια ενός τραγικού προσώπου να ξεγελάσει την ιδέα πως τα οράματά του ήταν τρύπια, οι ιδέες πλαστικές και τα ιδανικά του κάλπικα.

Αν ο Αντρέας, ο μαρξιστής, τερμάτισε την πορεία του στην Παναγία Σουμελά, ο Αλέξης -που ξέρει- αρχίζει από κει, αλλά λέει πως πιάνει το νήμα από το 1985. Γιατί η Ιστορία απαιτεί το έργο να συνεχισθεί όταν ο λαός καλεί τον αριστερό Αλέξη από τις μαθητικές καταλήψεις ακόμα να αναλάβει ένα ρόλο σημαδεμένο από χέρι. Αλλά στην Ελλάδα όταν λέμε κάτι, δεν το εννοούμε κιόλας. «Ρε, Θόδωρε, πιστεύεις ότι αν πιστεύανε ότι όλα όσα λέμε θα τα κάνουμε θα μας ψηφίζανε» λέγεται ότι είπε ο Ανδρέας Παπανδρέου στο «νεαρό» τότε υφυπουργό Θόδωρο Πάγκαλο- προερχόμενο από την Αριστερά με θητεία στην εξέγερση του Παρισινού Μάη.

Μέσα από την αφήγηση μιας μυθιστορίας που άρχισε με δικτατορίες και τέλειωσε στο Ωνάσειο, στο «Βρόμικο ’89» και στην «Ισχυρή Ελλάδα» υπάρχουν δύο εκδοχές, πάντα για την Ιστορία, αλλά στην Ελλάδα είναι και οι δύο λάθος. Οι μεγαλύτεροι πολιτικοί πέθαναν στην εξορία, δεν βγήκαν βουλευτές, βρέθηκαν στη φυλακή ή απειλήθηκαν με «ειδικά δικαστήρια» για εσχάτη προδοσία. Το βασικό έγκλημα ήταν πως αποδέχτηκαν τον ρόλο το Μεσσία που τους απέδιδε ο πάντα φτωχός, ο πάντα ευκολοπίστευτος και πάντα …προδομένος «Λαός».

Ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται πώς κατάλαβε αυτές τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του Νεοέλληνα και τις εξέφρασε πότε ως Ζαπάτα και πότε ως Ζορμπάς. Ο Αλέξης όμως δεν ξέρει να χορεύει ζεμπέκικο και διάλεξε να διαδεχθεί όχι τον Ανδρέα της δεκαετίας ΄70 -με το μπουφάν- αλλά τον Ανδρέα του συμβιβασμού και της ισοπαλίας- του 1985. Ίσως γιατί καταλαβαίνει πως ο ρόλος του στην Ιστορία δεν είναι αυτή του πρωταγωνιστή, αλλά ενός ακόμα κομπάρσου. Πώς ο κόσμος αποτελείται από κομμουνιστές και πρώην κομμουνιστές, όπως έλεγε … ο πρώην κομμουνιστής και θεωρητικός της Χούντας Γεωργαλάς. Ή πως η πολιτική είναι ένα σόου και τα κόμματα δεν μπορούν να σώσουν, αλλά μόνο να καταστρέψουν την Ελλάδα.

Δυο χρόνια με την κυβέρνηση Αριστεράς και οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 0,8% θα πει η υπουργός Εργασίας, με περηφάνια. Αν σκεφτούμε ότι οι μισθοί είναι 300, 600, άντε 1000 ευρώ- οι περισσότεροι- η ανάπτυξη μας απέφερε τρία, πέντε ή οχτώ ευρώ- ανά εργαζόμενο. Δεν είναι ένα «οικονομικό θαύμα’’; Αν δεν είναι -προς το παρόν- είναι ένα νούμερο για να μετρήσουμε την επιτυχία της αριστερής κυβέρνησης, καθώς άλλα νούμερα στο χώρο της Δημοκρατικής Παράταξης θέλουν να φορέσουν αυτοί το κοστούμι του Αντρέα. Χωρίς να καταλάβουν πως ο καιρός το φορά ο Αλέξης και το αλλάζει κιόλας. Κι είναι μόλις 43 χρονών, μαθαίνει γρήγορα και ξέρει -εκτός από ατάκες που πετά- όχι μόνο ποιος είναι ο ρόλος του, αλλά κυρίως π ώ ς παίζεται το έργο.

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top