Του Μανώλη Κοττάκη

Από τις ταινίες που προβλήθηκαν φέτος στα θερινά σινεμά ξεχώρισα μία για την πολιτική στόχευσή της: Την ιταλικής παραγωγής κομεντί «Τα παράπονα στο δήμαρχο», η οποία εξελίσσεται σε μια παραλιακή κωμόπολη της Σικελίας.

Οι δημότες, απηυδισμένοι από το όργιο διαφθοράς του «επαγγελματία» δημάρχου Πατονέ, αποφασίζουν να πάρουν την πόλη στα χέρια τους και να την αναθέσουν στον έντιμο δάσκαλο Νατόλι, ο οποίος ευαγγελίζεται την αλλαγή.

Τον εκλέγουν από την πρώτη κιόλας Κυριακή και από την επομένη εκείνος αποπειράται να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, το οποίο είχε τυπώσει και διανείμει, αλλά ουδείς έκανε τον κόπο να διαβάσει: Μοιράζει αφειδώς κλήσεις για παράνομο παρκάρισμα, τις οποίες αρνείται να σβήσει, βάζει φόρο απορριμμάτων στους κατοίκους, γκρεμίζει αυθαίρετα στον αιγιαλό, βάζει... ΕΝΦΙΑ στην τοπική Εκκλησία, παίρνει παρουσίες υπαλλήλων στο δημαρχείο (συνήθως βρίσκονταν στα γειτονικά καφέ), αρνείται ρουσφέτια σε μέλη της οικογένειάς του, απαιτεί να μειώσει τους ρύπους το εργοστάσιο ηλεκτρισμού και στην άρνηση των ιθυνόντων απολύει όλους τους υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και μέλη της οικογένειάς του.

Το σοκ της εφαρμογής των κανόνων σε μια κοινωνία εθισμένη σε εντελώς διαφορετική νοοτροπία για δεκαετίες, στο τέλος προκαλεί αγανάκτηση ακόμη και στους γαμπρούς του, οι οποίοι μετέχουν σε συνωμοσία ανατροπής του που οργανώνει ο τοπικός επίσκοπος.

Σε κάποια στιγμή της ταινίας, αγανακτισμένοι από τους φόρους που πληρώνουν, μονολογούν ότι η αλλαγή δεν αντέχεται, γιατί τα μέτρα εφαρμόζονται «το ένα μετά το άλλο». Χιλιάδες κάτοικοι συγκεντρώνονται έξω από το δημαρχείο και του ζητούν να παραιτηθεί, γιατί δεν αντέχουν το δόγμα «ιός της νομιμότητας».
Ο δήμαρχος Νατόλι βγαίνει στο μπαλκόνι και λέει στους δημότες του το εξής συγκλονιστικό: «Για να φέρουμε την αλλαγή, πρέπει ο καθένας να απαρνηθεί κάτι. Εγώ απαρνήθηκα την αγάπη σας. Πώς μου ζητάτε να φέρω την αλλαγή, αν δεν θέλετε να αλλάξετε εσείς;». Το εξοργισμένο πλήθος επιμένει εν χορώ: «Παραιτήσου». Στο τέλος ο Νατόλι παραιτείται και επιστρέφει στον θώκο ο διεφθαρμένος.

Η ταινία τελειώνει με αυτή τη δυσάρεστη γεύση: Οι διεφθαρμένοι νικούν τους μεταρρυθμιστές. Ομως, στην πραγματικότητα το νόημα δεν είναι αυτό. Το αληθινό νόημα είναι γιατί αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμιστές. Ο πρώτος λόγος είναι ότι ανοίγουν όλα τα μέτωπα μαζί. «Το ένα μετά το άλλο» μονολογούσαν οι συγγενείς του. Ο δεύτερος είναι ότι δεν εξηγούν και δεν πλησιάζουν τον κόσμο.

Ο δήμαρχος της ταινίας μας έμενε κλεισμένος στο γραφείο του και δεν κατέβαινε στον κόσμο να εξηγήσει. Του αρκούσε που τα είχε πει όλα στο προεκλογικό πρόγραμμά του. Ο τρίτος λόγος είναι ότι δεν εστιάζουν στις κουλτούρες και τις νοοτροπίες. Οι νοοτροπίες των λαών του Νότου συνδέονται ευθέως με την αταξία. Οχι με την εκνευριστική τάξη του Βορρά. Οι Νότιοι δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στον σεβασμό του ιδιωτικού χώρου και δευτερευόντως του δημόσιου.

Στον ευρωπαϊκό Βορρά το σχήμα αντιστρέφεται. Αν δεν ξέρεις ποιους πας να κυβερνήσεις, τα βάζεις με όλους ταυτόχρονα και δεν απλώνεις τις αλλαγές μέσα στον χρόνο, τότε, ναι, θα έρθει η ώρα που θα σε νικήσει ακόμη και ο διεφθαρμένος. Ενώ κατά βάθος μπορούσες να νικήσεις εσύ «διοικώντας τις αλλαγές»... καλύτερα.

Μανώλης Κοττάκης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Δημοκρατία"
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top