Του Μελέτη Ρεντούμη

Οι καλοκαιρινές διακοπές βρίσκονται αισίως στο τέλος τους και όλοι επιστρέφουν στα προβλήματα της καθημερινότητας αλλά και στην πολιτική, με την κυβέρνηση να ετοιμάζεται για την 3η αξιολόγηση του Μνημονίου, η οποία θα κρίνει πολλά για τον πολιτικό χρόνο παραμονής της στην εξουσία.

Σε κάθε περίπτωση γίνεται αντιληπτό από το εκλογικό σώμα ότι τόσο λόγω της υπερβολικής φορολογίας που έχει επιβληθεί σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις αλλά και της σκληρής καθημερινότητας της ανεργίας και της εγκληματικότητας, η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί πολύ να εξαντλήσει την τετραετία με πιθανότερο χρόνο βουλευτικών εκλογών το 2018.

Ποια όμως είναι τα διακυβεύματα της αναμενόμενης εκλογικής αναμέτρησης; Τί είναι αυτό που τελικά καλούνται ν’ αποφασίσουν οι Έλληνες πολίτες;

Πρόκειται για ερωτήματα σύνθετα και αλληλένδετα που δεν μπορούν ν’ απαντηθούν μονοσήμαντα.

Ο Σύριζα έχοντας υποστεί μεγάλη κυβερνητική φθορά, κυρίως από την εγκληματική διαπραγμάτευση του 2015 μέχρι και το δημοψήφισμα, θ’ αγωνιστεί με κάθε μέσο να ‘’πουλήσει’’ την παραμικρή άνοδο και βελτίωση της οικονομίας ως μία προσωπική επιτυχία του πρωθυπουργού ο οποίος αγωνίζεται όπως διατείνεται να βγάλει την χώρα από τα επαχθή Μνημόνια, ασχέτως αν τα συμφώνησε και τα ψήφισε.

Η ΝΔ από την άλλη έχοντας κεφαλαιοποιήσει σε μεγάλο βαθμό από το 2015 την δυσαρέσκεια του κόσμου για την οικονομική κατάσταση, τα capital controls και την ανεργία, παρά την σημαντική δημοσκοπική διαφορά υπέρ της, φαίνεται να μην μπορεί να την διευρύνει υπό τις παρούσες συνθήκες καθώς έχει ήδη φθάσει σε υψηλά ποσοστά συσπείρωσης.

Εκτός αυτού, η αξιωματική αντιπολίτευση παρά την πιο μοντέρνα ρητορική του Κ. Μητσοτάκη δεν μπορεί ακόμα ν’ αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα, καθώς στην συνείδηση μιας μεγάλης μερίδας του εκλογικού σώματος, η ΝΔ είναι ταυτισμένη με το τοξικό παρελθόν των κομμάτων εξουσίας της μεταπολίτευσης και βλέπουν επί της ουσίας, μία από τα ίδια απλά με ένα διαφοροποιημένο ιδεολογικό υπόβαθρο.

Είναι όμως ικανές οι σημερινές ιδεολογίες, της αριστεράς και δεξιάς έστω και διανθισμένες με την έννοια του κέντρου, ή του μεσαίου χώρου να πείσουν στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να διεκδικήσουν την εξουσία;

Πιστεύω πώς όχι καθώς τόσο οι εγχώριες όσο και οι διεθνείς συνθήκες έχουν υπερβεί τα σημερινά κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα, καθώς και τον τρόπο που διενεργείται ο δημόσιος διάλογος αλλά και οι προεκλογικές καμπάνιες.

Η περίπτωση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης που προέρχεται εν πολλοίς από το πλέον κραταιό ΠΑΣΟΚ, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα προσπάθειας ανασύστασης ενός κεντροαριστερού ή σοσιαλδημοκρατικού αν προτιμάτε σχηματισμού, χωρίς όμως καμία επιτυχία προς το παρόν.

Ο βασικός λόγος πέρα από την έλλειψη ηγέτη αλλά και το αίτημα ανανέωσης στελεχών, είναι ο εστιασμός και η εμμονή στην ιδεολογική πλατφόρμα ώστε να καταλάβει την καλύτερη δυνατή θέση εκκίνησης στο δίπολο ή τρίπολο αριστεράς, κεντροαριστεράς, δεξιάς.

Οι ιδεολογίες σήμερα λίγη σημασία έχουν, σε μία χώρα όπως η Ελλάδα που επί της ουσίας έχει χρεοκοπήσει και αγωνίζεται μέσα από περιορισμούς κεφαλαίων, να κρατήσει ζωντανό το τραπεζικό σύστημα αλλά και να μειώσει το δημόσιο χρέος της με υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη σήμερα το πολιτικό σύστημα, είναι το να εκφραστεί η δυναμική αλλά σιωπηρή πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που είναι υπέρ του ορθολογισμού, του δημοσίου συμφέροντος, της προάσπισης των ατομικών δικαιωμάτων με σεβασμό στην αξιοκρατία, την ισονομία και τους θεσμούς που απορρέουν από το Σύνταγμα της χώρας.

Η υπαρξιακή ανάγκη των σημερινών κομμάτων, αλλά και γνωστών κορυφαίων στελεχών τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς, να αποδίδουν τα κάθε λογής δημοσιονομικά μέτρα, σε αριστερά, δεξιά ή νεοφιλελεύθερα, αλλά και να βαφτίζουν την κάθε επένδυση αναλόγως της προέλευσης του επιχειρηματία ως διαπλοκή, δείχνει την τάση διχασμού που υπάρχει σήμερα στο πολιτικό σύστημα, κάτι βέβαια που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην σημερινή κυβέρνηση που μην έχοντας οικονομική διέξοδο, διχάζει καθημερινά τον ελληνικό λαό παίζοντας με τους θεσμούς, πότε με την δικαιοσύνη και πότε με την παιδεία.

Είναι καιρός να υπάρξει κάτι καινούριο στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας με υπέρβαση των σημερινών ιδεολογιών με κύριο στόχο την επικράτηση του ορθού λόγου σε όλα τα καίρια και κομβικά ζητήματα της χώρας, όπως τα δημοσιονομικά, οι επενδύσεις, η υγεία, η παιδεία και εξωτερική πολιτική, με την επιλογή των κατάλληλων και άξιων στελεχών που θα φέρουν την χώρα στο επίπεδο που της αξίζει.

Θα πρέπει βέβαια να τονίσουμε, ότι το όποιο νέο εμφανιστεί στον πολιτικό χάρτη, δεν σημαίνει υποχρεωτικά γκρέμισμα του παλιού και νέες διχαστικές και διαχωριστικές γραμμές, που μόνο βλάβη προκαλούν στην συνοχή της ελληνικής κοινωνίας.

Η συνεργασία, ο διάλογος και η συμμετοχή σε κορυφαίες επιλογές της χώρας, είναι επιβεβλημένη για να δοθεί παντού το μήνυμα της ενότητας τόσο στον ελληνικό λαό, όσο και στους εταίρους και δανειστές που απαιτούν πολιτική σταθερότητα για να εμπιστευθούν την χώρα σε κρίσιμες συνθήκες.

Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η τύχη του ελληνικού λαού βρίσκεται στα χέρια του όσον αφορά τις κρίσιμες επιλογές που θα κάνει το επόμενο διάστημα, πέρα από ιδεοληψίες, αγκυλώσεις και μικροκομματικές σκοπιμότητες.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top