Του Γ. Λακόπουλου

Η επανέκδοση των δυο εφημερίδων που ανήκαν κάποτε στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη, έδειξε ότι δεν πρόκειται να αλλάξουν οι επιλογές που έκαναν τα τελευταία χρόνια: υπέστειλαν την αντιδεξιά σημαία τους και προσέφεραν στήριξη πρώτα στον Αντ. Σαμαρά και εν συνεχεία στον Κυρ. Μητσοτάκη, ανοίγοντας μέτωπο με τον ΣΥΡΙΖΑ -και κατ’ ουσίαν με το τμήμα των αναγνωστών τους που ακολούθησε τον Αλέξη Τσίπρα όταν εγκατέλειψε το ΠΑΣΟΚ.

Έτσι με την διεύρυνση του Ομίλου Μαρινάκη -ο επικεφαλής του οποίου δεν πρέπει να ξέρει ούτε ο ίδιος πόσες εφημερίδες και ραδιόφωνα διαθέτει- ενισχύθηκε το αντικυβερνητικό μπλοκ στον Τύπο. Ότι κανείς δεν φρόντισε να συστήσει στον ισχυρό άνδρα του χώρου, πως είναι άκομψο να εμφανίζεται ως συνεχιστής του Χρήστου Λαμπράκη είναι άλλη υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση δικές του εφημερίδες είναι -ΤΟ ΒΗΜΑ και ΤΑ ΝΕΑ- πλέον, με τα λεφτά του και νομίμως τις απέκτησε, ό,τι θέλει τις κάνει. Για τα υπόλοιπα αρμόδιοι είναι οι αναγνώστες. Μόνο ενώπιον τους άλλωστε δικαιώνεται κάθε εκδοτικό εγχείρημα.

Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να υποδείξει σε έναν εκδότη πως θα διαχειριστεί τις εφημερίδες του, εφόσον το πορτοφόλι του καλύπτει τις ανάγκες των εργαζομένων σε μια εποχή που η αμειβομένη εργασία στα ΜΜΕ είναι σαν τις μεγάλες εορτές του ημερολογίου: έρχεται μια στο τόσο.

Με την οριστικοποίηση του προσανατολισμού των δυο συγκεκριμένων εφημερίδων ενισχύεται το μέτωπο του αντιπολιτευόμενου Τύπου. Δεν είναι απλώς «αντικυβερνητικό», αλλά αντι-ΣΥΡΙΖΑ. Στους κόλπους του είναι εύκολο να διακρίνει κανείς μια ειδική τάση να συγκρουστούν εφημερίδα και συγκεκριμένα στελέχη τους – κυρίως αναλυτές και σχολιογράφοι: δεν θέλουν κάνουν ενημέρωση, αλλά να ρίξουν την κυβέρνηση.

Άλλοι το λένε καθαρά, άλλοι το ψιθυρίζουν, άλλοι προσπαθούν να το κρύψουν- ανάλογα με την ποιότητα και τον αυτοσεβασμό κάθε εφημερίδας. Αυτή η τάση τροφοδοτείται από μια μεγάλη αυταπάτη όσων διαπνέονται από τέτοιες αντιλήψεις. Δεν αντιλαμβάνονται ότι καμία εφημερίδα δεν μπορεί να ρίξει καμία κυβέρνηση. Ούτε την έριξε, ούτε θα τη ρίξει ποτέ… Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ένας δημοσιογράφος, ή μια δημοσιογραφική ομάδα.

Δηλαδή μια κυβέρνηση περιέρχεται σε δύσκολη θέση που μπορεί να οδηγήσει στην πτώση της, μόνο με πληροφορίες και αποκαλύψεις. Αυτές προκύπτουν από την έρευνα και το ρεπορτάζ-μάρτυρας μας το Γουότεργκεητ.

Αυτή είναι η δουλειά που κάνουν οι δημοσιογράφοι και ακριβέστερα οι ρεπόρτερς. Δεν γίνεται από σχολιαστές. Δεν γίνεται με σαχλό- αναλύσεις και αναμηρυκασμούς. Αυτά δεν ρίχνουν κυβερνησεις. Ρίχνουν την αξιοπιστία του Τύπου.

Η δουλειά μιας εφημερίδας και ενός δημοσιογράφου δεν είναι να βρίσκεται απέναντι σε μια -εκλεγμένη- κυβέρνηση, ή δίπλα σε ένα κόμμα. Η δουλειά του είναι να αναζητά ειδήσεις και πληροφορίες, να σχολιάζει και να αναλύει. Από αυτά προκύπτει η σχέση του με τις κυβερνήσεις, τα κόμματα και την πολιτική εν γένει.

Κυρίως όμως προκύπτει η σχέση του με την αλήθεια και την ενημέρωση -αυτά δηλαδή που αναζητούν οι αναγνώστες. Οι οποίοι πρώτα επιλέγουν κόμμα και μετά εφημερίδα. Α- και δεν τρώνε λωτούς και κουτόχορτο…

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top