Του Γ. Λακόπουλου

“Ή χώρα έχει κάνει μεγάλη προσαρμογή και είναι έτοιμη να ανακάμψει- χρειάζεται απλώς σωστή πολιτική διαχείριση”. Το λέει πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, που δεν μπορεί να θεωρηθεί φιλοκυβερνητικός. Από την πλευρά του εξέχων παράγων του χρηματοπιστωτικού συστήματος διαπιστώνει ότι “οι δαπάνες έχουν συμπιεσθεί επαρκώς και δεν μπορούν να πάνε παρακάτω” και διακρίνει ευκαιρίες για τη χώρα. ΄

Σ’ αυτά πρέπει να προστεθούν και οι καθημερινές αναλύσεις των διεθνών ΜΜΕ αλλά και οι δηλώσεις κοινοτικών παραγόντων και στελεχών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που τοποθετούν την Ελλάδα στον βατήρα της ανάπτυξης. Όλοι θέτουν ως προϋπόθεσή τη διατήρησή των μεταρρυθμιστικών τυχητήτων που έπιασε η σημερινή κυβέρνηση. Έτσι κι αλλιώς τα πάντα έχουν προϋποθέσεις σε μια χώρα την οποία το πολιτικό της σύστημα έφτασε στη χρεοκοπία.

Η ουσία είναι ότι η αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας μετά τον Σεπτέμβριο του 2015 τα καταφέρνει εκεί που απέτυχαν οι προκάτοχοί της που της παρέδωσαν τη χώρα υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο: να κλείσει την περίοδο των Μνημονίων και τη συζήτησή για έξοδο από τη Ευρωζώνη και να ανοίξει την έξοδο από την κρίση.

Έχει δρόμο ακόμη, αλλά για πρώτη φορά όλοι οι ξένοι παράγοντες και οι σοβαροί εγχώριοι διαπιστώνουν ότι το το φως που φαίνεται στο βάθος του τούνελ δεν είναι το τρένο που έτρεχε κατά πάνω της. Οι αριθμοί μετά την τραγική διαχείριση του δημοσιονομικού προβλήματος το 20009-10 βελτιώνονται, η ψυχολογία ανακτάται, το διεθνές περιβάλλον είναι ενθαρρυντικό-και θα ήταν περισσότερο αν δεν υπέβοσκε στην σκέψη πολλών ο «ηθικός κίνδυνος».

Η μπάλα στα πόδια του Πρωθυπουργού


Από όλα αυτά συνάγεται ότι η μπάλα βρίσκεται ακόμη στα πόδια του Αλέξη Τσίπρα. Ο Πρωθυπουργός, χρεώνεται μεν την τυφλή πορεία του προς την εκλογική του επικράτηση το 2015 -και ποιος δεν έχει ανάλογη πορεία στην Ελλάδα-, τον βαρύνει η ερασιτεχνική ως επικίνδυνη διαχείριση προσώπων, επιλογών και στόχων στην πρώτη κυβέρνησή του, αλλά από τη στιγμή που προσγειώθηκε στο πεδίο του ρεαλισμού είναι αποτελεσματικός.

Παρότι η αντιπολίτευσή δεν τον διευκόλυνε, ούτε εκεί που όφειλε να το κάνει, το πολιτικό κλίμα διαμορφώνεται από μιντιακούς και οικονομικούς παράγοντες εναντίον του ακόμη και με αθέμιτα μέσα. Το πολιτικό προσωπικό που έχει στη διάθεσή του υπολείπεται των αναγκών που πρέπει να καλυφθούν -συν τις εσωκομματικές ισορροπίες που κανείς πολιτικός ηγέτης δεν μπορεί να αποφύγει. Αλλά τα καταφέρνει.

Η πορεία του τα δυο τελευταία χρόνια είναι σαν τη «Κύρου Ανάβασι» και το καταπονημένοι στράτευμά ψιθυρίζει ήδη «θάλαττα, θάλαττα» -και δεν είναι αντικατοπτρισμός. Βρίσκεται ένα βήμα πριν την πηγή. Το βήμα είναι αυτό που ο προαναφερόμενος υπουργός του ΠΑΣΟΚ ονομάζει «πολιτική διαχείριση».

Στο κερασάκι της τούρτας βρίσκεται ο ανασχηματισμός -που επίκειται. Για τον Τσίπρα είναι η τελευταία πατρίδα με τον εαυτό του. Αν μοιράσει την τράπουλα σωστά, του χρόνου τέτοια εποχή θα «πάρει όλο το χαρτί».

Για κάθε πρωθυπουργό ο ανασχηματισμός είναι δύσκολη εξίσωση με πολιτικές, εσωκομματικές, γεωγραφικές και διαχειριστικές παραμέτρους. Ο Τσίπρας βέβαια δεν έχει την ανάγκη ισορροπιών με εσωκομματικούς ανταγωνιστές -καθώς κανείς δεν είναι ισοϋψής απέναντί του- και δεν έχει επιτρέψει να του κάνουνε υποδείξεις εξωτερικοί παράγοντες. Αλλά πρέπει να ψήσει την ομελέτα σπάζοντάς μόνο τα σωστά αυγά.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φέρει βόλτα από την αυτονόμηση Τσακαλώτου, μέχρι τις υστερήσεις του Σκουρλέτη και τις εξ αντικειμένου αποτυχίες προσώπων που δεν μπορούνε να κουμαντάρουνε τα χαρτοφυλάκιά που τους ανέθεσε. Μέχρι τώρα έδειξε ότι έχει τον τρόπο του να «μανιπουλάρει» πρόσωπά και καταστάσεις.

Τι είδους ανασχηματισμός επίκειται;

Το θέμα είναι τι θα κάνει επί της ουσίας. Η νέα κυβέρνησή του για να είναι σε θέση να τρέξει με καλές επιδόσεις στην τελική ευθεία πρέπει να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικα:

-Πρώτον πρέπει ενσωματώσει αυτό που δεν επιχείρησε καν στον ανασχηματισμό του 2016: διεύρυνση. Στο σχήμα πρέπει να ενταχθούνε πρόσωπα εκτός ΣΥΡΙΖΑ, με καλό βιογραφικό, κεντροαριστερή προέλευση και ικανότητα να σχεδιάζουν, να εκτελούνε, να μιλούν ευρωπαϊκά, αλλά και να κινούνται με άνεση στο δημόσιο χώρο.

Παρότι είναι πολλά τα πρόσωπα με τέτοια προσόντα και το θέμα είναι αν ο Πρωθυπουργός είναι αποφασισμένος να σηκώσει το τηλέφωνό και να τους επιστρατεύσει σε πνεύμα «έλα να κάνεις αυτό που ξέρεις και, αν πετύχεις, θα το μοιραστούμε, αν αποτύχεις θα το χρεωθώ εγώ».

Σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να ξαναδεί προγενέστερες επιλογές του που διακόπηκαν μάλλον από παρεξήγηση, όπως του Γιάννη Πανούση, αλλά και τις επαφές με πρώην υπουργούς του ΠΑΣΟΚ που αντιλαμβάνονται ότι η ενδεχόμενη δεξιά παλινδρόμηση θα είμαι τραυματική για τη χώρα.

-Δεύτερον, πρέπει να είναι σχήμα ανανέωσης. Ήτοι νέα πρόσωπα. Ήδη στο σημερινό σχήμα υπάρχει ένας πυρήνας «σαμουράι» που έδειξαν στοιχεία πολιτικής και διαχειριστικής επάρκειας και κυρίως δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα. Ούτε θα μπορέσει να τους καταλογίσεις κάτι η ασύδοτη επικοινωνιακή μηχανή του συνεταιρισμού της ΝΔ με τη διαπλοκή.

Στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν ακόμη κάποιες εφεδρείες, αλλά όχι πολλές. Θα πρέπει να ανατρέξει και στον ευρύτερο χώρο επιρροής του και ενδεχομένως να κάνει και τη μεγάλη έκπληξη.

Βέβαια πάντα θα τον βαρύνει το άγος της σύμπραξης με τον Καμμένο που ως τώρα δεν έχει «εξισορροπήσει» το βάρος της παρουσίας του με κάποια αξιολόγηση η συμμετοχή από το κόμμα του στο κυβερνητικό σχήμα, στο οποίο διεκδικεί ποσοστώσεις. Ακόμη και ο ίδιος είναι κακός υπουργός. Αλλ΄ αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.

Τρίτο, πρέπει να είναι μια κυβέρνηση εργασίας και ταυτόχρονα μάχιμος πολιτικός σχηματισμός καθώς με αυτή θα πάει ως τις εκλογές. Τις οποίες -αν δει κανείς με προσοχή της κινήσεις του εντός και εκτός της χώρας- τοποθετεί στο φθινόπωρο του 2018, προτού σβήσουνε οι προβολείς τους τέλους του Μνημονίου.

Το σκέλος της εργασίας αφορά κυρίως τα οικονομικά υπουργεία στα οποία πρέπει να πάρουν τα ηνία πρόσωπα με προσανατολισμό στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας για να κεφαλαιοποιήσουν τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις και να αποκαταστήσουνε σχέση ενεργητικής εμπιστοσύνης με διεθνείς και εγχωρίους επενδυτές.

Αφορά όμως και τα υπουργεία που έχουνε σχέση με το κράτος και τη λειτουργία του που αποτελεί ακόμη το μεγάλο πρόβλημα της χώρας και φρενάρει την εξέλιξή της. Στο υπουργείο Εξωτερικών, ο τρίτος εταίρος έχει δυσκολία να κινηθεί στο ευρωπαϊκό πεδίο και η ενίσχυσή του στον τελευταίο ανασχηματισμό δεν άλλαξε την εικόνα. Ο Τσίπρας χρειάζεται έναν υπουργό Εξωτερικών κατ’ εικόνα και ομοίωσή του: νέο, προσαρμοστικό, και εύκολο στις διεθνείς επαφές και την επικοινωνία.

Για όλα αυτά οι συνθήκες είναι ώριμες, παρότι το επικοινωνιακό νέφος της αντιπολίτευσής και των ΜΜΕ που την αβαντάρουν δεν επιτρέπουν να αναδειχθούν. Η χώρα από το παρολίγον άλμα στο κενό βρίσκεται μπροστά -απλά- στο μέλλον. Η κυβέρνηση μπορεί να κάνει μαζί της αυτό το άλμα. Οι θεατές είναι στις θέσεις τους για να χειροκροτήσουν και όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις όλα κρίνονται από τον επικεφαλής.

Ο κίνδυνος που απειλεί τον Αλέξη Τσίπρα είναι να καταληφθεί από το «σύνδρομο του Αννίβα». Η Ρώμη ήταν έτοιμη να πέσει και αυτός δείλιασε και έκανε πίσω.

Αλλά αυτό είναι κάτι που μπορεί να συζητήσει μόνο με τον εαυτό του- ανάλογα πώς βλέπει τη σχέση του με την Ιστορία που θα τον κρίνει και τη μοίρα που του κάνει μόνο δώρα ως τώρα…

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
+1 επιπλέον
 
Top