Η κυβερνητική απάθεια, τα «παιδιά» και η υπόθεση της Ηριάννας

Του Μανώλη Κοττάκη
Προτιμώ να είμαι κακός μάντης παρά μάντης κακών και ως προς τούτο δεν χαίρω για την «επιτυχία» της πρόβλεψης που διατύπωσα την Τρίτη στην ακροτελεύτια φράση του άρθρου για τα «χαλασμένα μυαλά». Οτι, δηλαδή, «δεν θέλει και πολύ για να χαλάσει το κλίμα. Μερικά μεμονωμένα περιστατικά αρκούν». Τι το ήθελα;

Μετά το περιστατικό με τον ξυλοδαρμό Ελληνοαυστραλού τουρίστα από αναρχικούς στην οδό Ερμού, το οποίο η κυβέρνηση υποτίμησε, μέσα στην εβδομάδα είχαμε νέο κρούσμα στην ιστορική οδό της πρωτεύουσας. Αναρχικοί ξέσπασαν με λοστούς πάνω σε βιτρίνες εμπορικών καταστημάτων της Ερμού, επειδή τρεις δικαστές αποφάσισαν να μην αναστείλουν την ποινή φυλάκισης προσώπου που έχει καταδικαστεί σε 13 χρόνια φυλάκιση για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση Πυρήνες της Φωτιάς.

Νομίζω δύσκολα μπορεί ο καταστηματάρχης -που αντίκρισε την περιουσία του κατεστραμμένη το πρωί της προηγούμενης Τρίτης- να κάνει τη σύνδεση της δικής του «ευθύνης» με τη δικαστική περιπέτεια της νεαρής μεταπτυχιακής φοιτήτριας, DNA της οποίας βρέθηκε σε όπλα της οργάνωσης. Ακόμη πιο δύσκολα μπορεί να καταλάβει γιατί οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, όταν αναφέρονται στους αναρχικούς, τους φωνάζουν «τα παιδιά». Και εκεί που μετά βεβαιότητας σηκώνει τα χέρια ψηλά, είναι τη στιγμή που πληροφορείται ότι η Αστυνομία του κυρίου Τόσκα παρακολούθησε απαθώς τα επεισόδια, χωρίς να παρέμβει και να καταδιώξει τους ταραξίες, ώστε να αποτρέψει τις καταστροφές στις ιδιοκτησίες.

Με την άποψη ότι τα Εξάρχεια αποτελούν «άβατο» για τις Αρχές έχει περίπου συμβιβαστεί ο κόσμος όλος, εκεί επικρατεί ένα ιδιαίτερο καθεστώς ετεροδικίας από τη Μεταπολίτευση και μετά. Αλλά... άβατο και η Ερμού από πού έως πού; Και όμως!
Το καταλάβαμε από την απάθεια που έδειξε η Αστυνομία την Κυριακή όταν, πλην των συνδικαλιστών, ομάδες κουκουλοφόρων έδρασαν για να παρεμποδίσουν την εφαρμογή του νόμου για τη λειτουργία των καταστημάτων. Και το γράψαμε και προειδοποιήσαμε αυτούς που πρέπει στην κυβέρνηση. Αλλά το Μαξίμου αγρόν αγοράζει.

Τι το νοιάζει που η φήμη της πόλης επλήγη ασύλληπτα μετά τα επεισόδια του 2008; Σάμπως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρωταγωνίστησε στα επεισόδια ως κόμμα; Τι το νοιάζει που μετά το παρανάλωμα της Μαρφίν η πρωτεύουσα έγινε προορισμός προς αποφυγήν και οι μόνοι τουρίστες που κυκλοφορούσαν τότε ήταν οι δημοσιογράφοι μεγάλων ξένων τηλεοπτικών σταθμών που είχαν εγκαταστήσει τις κάμερές τους στα μπαλκόνια της «Μεγάλης Βρεταννίας» για να καλύπτουν τα επεισόδια; «Δεν πρόκειται να μας ψηφίσουν ποτέ οι έμποροι» ψιθυρίζουν κυνικά στις βραδινές βεγγέρες. Ενώ τα... παιδιά, ε; Πάντα κάτι έχουν να προσδοκούν από τα «παιδιά».

Δεν «πάει» έτσι, αγαπητοί. Ο λαός σάς εξέλεξε -για όσο σας εξέλεξε- προκειμένου να εκπροσωπείτε το 100% του πληθυσμού και, βεβαίως, για να προστατεύετε την εικόνα της χώρας. Σας εξέλεξε για κυβερνήτες, όχι για τροχονόμους. Και, σε τελική ανάλυση, σας εξέλεξε για να εγγυάστε τη νομιμότητα. Δεν θα κρίνουμε εμείς τη δικαστική απόφαση για τη νεαρή φοιτήτρια. Αλλά, διάβολε, DNA της βρέθηκε στα όπλα. Κάποιος πρέπει να εξηγήσει πώς βρέθηκε εκεί. «Πέταξε»;

Μανώλης Κοττάκης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Δημοκρατία"

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
+1 επιπλέον
 
Top