Γράφει ο Mανώλης Κοττάκης

Γιατί άραγε άνθησε μεταπολιτευτικά αυτό που ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης ονόμασε «αριστερή τρομοκρατία»; Κάποια στιγμή πρέπει να το απαντήσει αυτό η ίδια η Αριστερά στον εαυτό της. Εντάξει, η συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή τη βολεύει, έχει ένα λάβαρο να σηκώνει ως σημείο ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού στην εποχή της υποταγής και των Μνημονίων, ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ μας χρωστά απαντήσεις. Πολύ συγκεκριμένες απαντήσεις.

Αν η μεταπολιτευτική αριστερή τρομοκρατία συκοφαντεί τις ιδέες του, τότε γιατί κορυφαία στελέχη της Πολιτικής Γραμματείας του έτρεχαν κάθε τρεις και λίγο ως μάρτυρες υπεράσπισης των μελών της 17 Νοέμβρη στα δικαστήρια; Για τη «δίκαιη δίκη»; Μα, εδώ έχουν εκδώσει ήδη απόφαση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, την καταδίκασαν προχθές στη Βουλή ως «εγκληματική οργάνωση», για ποια «δίκαιη δίκη» μιλάμε; Για τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά;

Αν η μεταπολιτευτική αριστερή τρομοκρατία συκοφαντεί τις ιδέες τους, τότε γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε μάχη στο παρελθόν ως Συνασπισμός υπέρ του «δικαιώματος» των τρομοκρατών να αρθρογραφούν ελευθέρως στις εφημερίδες μέσω προκηρύξεων; Στην πραγματικότητα η Αριστερά ανέχθηκε την πολιτική της βίας μεταπολιτευτικώς γιατί αυτή προήλθε από εξωκοινοβουλευτικούς πυρήνες, οι οποίοι θεώρησαν ακόμη και τη δημοκρατία συνέχεια της δικτατορίας «αλλαγή φρουράς» την είχε αποκαλέσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Την ανέχθηκε επίσης γιατί στη δράση των αφανών συντρόφων τους έβλεπαν τη συνέχεια του Εμφυλίου με άλλα μέσα. Ή τη δικαίωση της θεωρίας ότι «η βία είναι η μαμή της Ιστορίας», αρκεί βεβαίως να είναι αριστερή. Στην καλύτερη περίπτωση γι’ αυτήν η Αριστερά επέτρεψε τη δημιουργία ιδεολογικού περιβάλλοντος ανοχής έως και συμπάθειας των τρομοκρατικών πράξεων βίας, καθώς ουδέποτε στελέχη της επέδειξαν ζήλο αντίστοιχο με τον σημερινό για τη Χρυσή Αυγή να τις καταδικάσουν.

Επιτίθενται λοιπόν με μεγάλη άνεση στην Ακροδεξιά, αποδίδοντάς της την κατηγορία της «εγκληματικής οργάνωσης», αλλά μασάνε τα λόγια τους όταν άλλες οργανώσεις στέλνουν βόμβες σε πρώην πρωθυπουργούς, σφαίρες σε ξένους υπουργούς Οικονομικών ή ανατινάζουν αυτοκίνητα δικαστών. Τις περισσότερες φορές περιορίζονται σε απρόθυμες δηλώσεις καταδίκης, δίκην αγγαρείας. Η επιλεκτική αξιολόγηση πράξεων με το ίδιο αρνητικό αξιακό βάρος, ωστόσο, δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή. Η πίεση που άσκησε αρχικώς ο πρόεδρος της Ν.Δ. αιφνιδίασε την Αριστερά. Η ηγεσία της συντηρητικής παράταξης πρέπει να επιμείνει:

Πρώτον, στην εξίσωση φασισμού και τρομοκρατίας. Μπορεί να εκκινούν από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, αλλά πρακτικά οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: Επώνυμες ή ανώνυμες ομάδες που ρέπουν προς τη βία οδηγούν στην εκτροπή και πλήττουν τη δημοκρατία. Ο σουγιάς του Ρουπακιά και το σαρανταπεντάρι του Κουφοντίνα παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Δεύτερον, στη συγκριτική επισκόπηση της δράσης φασισμού και τρομοκρατίας. Μη λησμονούμε ότι οι τρομοκράτες άλλαξαν όλον τον εκδοτικό και επιχειρηματικό συσχετισμό στην Ελλάδα του 1981. Δεν συμπλέκονταν απλώς στις συνοικίες του Πειραιά.

Ούτε κυνηγούσαν Αιγυπτίους και κομμουνιστές. Διεκδίκησαν το δικαίωμα να διαμορφώσουν με τις σφαίρες τους τη νέα εξουσία. Και το πέτυχαν.

Μανώλης Κοττάκης

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Δημοκρατία"

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
+1 επιπλέον
 
Top