Γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ*

Μία κυβέρνηση με κορμό την αριστερά δεν μπορεί παρά να προτιμά ένα Κράτος όσο πιο λιτό και λειτουργικό γίνεται, το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών, να ενθαρρύνει/στηρίζει/διευκολύνει την οικονομική δραστηριότητα και προπάντων να λογοδοτεί προς την Κοινωνία με την οποία βρίσκεται σε διαρκή σχέση αλληλεπίδρασης.

Η πρόταση, συνεπώς, είναι για μία λιτή δομή τριών επιπέδων, ως εξής:
Κεντρική Διοίκηση (ΚΔ) με κεντρικές υπηρεσίες και αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Καταργούνται δηλαδή οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις ως ενιαίες μονάδες και οι υπάλληλοι και οι πόροι τους μετακινούνται/μεταβιβάζονται ή στις ΚΔ (στις αποκεντρωμένες υπηρεσίες τους) ή στις ΠΑ ως κρατικές αρμοδιότητες που τους ανατίθενται.
Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση (ΠΑ)
Δημοτική Αυτοδιοίκηση (ΔΑ)

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η κεντρική διοίκηση έχει τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο καθώς και κάποια ειδικά θέματα, ενώ οι περιφερειακές υπηρεσίες συγκεντρώνουν όλες τις άλλες λειτουργίες που συντείνουν στην επίτευξη του διοικητικού αποτελέσματος

Το Σύνταγμά παρέχει καταρχήν τα βασικά κριτήρια διαφορισμού του κρατικού έργου και κατανομής του στους ξεχωριστούς φορείς, τους οποίους και προσδιορίζει σε γενικές γραμμές.

Σύμφωνα με αυτά, η κεντρική διοίκηση (ΚΔ) έχει τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο καθώς και κάποια ειδικά θέματα (προφανώς μείζονος σημασίας), ενώ οι περιφερειακές υπηρεσίες, όποιες και αν είναι αυτές, συγκεντρώνουν όλες τις άλλες λειτουργίες που συντείνουν στην επίτευξη του διοικητικού αποτελέσματος.

Μεταφράζοντας την ορολογία του Συντάγματος σε όρους Διοίκησης-Οργάνωσης, τα κεντρικά όργανα έχουν αρμοδιότητα σχεδιασμού και παρακολούθησης εφαρμογής πολιτικών ενώ στα περιφερειακά ανατίθεται το σύνολο των ενεργειών (πράξεις νομικές, πράξεις υλικές, λήψη αποφάσεων κ.λπ.) που υλοποιούν τις πολιτικές.

Στους δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ανήκουν καταρχήν οι τοπικές υποθέσεις του επιπέδου τους και δευτερευόντως οι γενικές υποθέσεις που τους αναθέτει το κράτος (Σύνταγμα 102 παρ. 1). Κύριο διακριτικό γνώρισμα των δύο βαθμών αυτοδιοίκησης, μπορεί να υποστηριχτεί πως είναι ο έντονα αναπτυξιακός χαρακτήρας που έχει ο δεύτερος βαθμός σε σχέση με τον περισσότερο διαχειριστικό χαρακτήρα (κυρίως αναγκών και υποθέσεων της καθημερινής ζωής) του πρώτου βαθμού.

Η θέσπιση του δεύτερου βαθμού καταρχήν με το ν. 1622/1986 και η σύνδεσή του με τον δημοκρατικό προγραμματισμό, η σημερινή προσπάθεια σύνδεσής του με την υλοποίηση των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης (σημ. ΕΣΠΑ), οι σύγχρονες εξελίξεις με τη μετατόπισή του στην Περιφέρεια από τον Νομό, ώστε να γίνει πιο σαφής η στόχευση και οι δυνατότητές του, συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση.

Στο επίκεντρο, πάντως, του προβλήματος βρίσκεται η τομή μεταξύ των κρατικών περιφερειακών οργάνων με το δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης. Η σύγχρονη τάση για περιορισμό των στενά κρατικών δομών και αποσυγκέντρωση εξουσίας και λειτουργιών, μας οδηγεί προς την αποδοχή ενός διευρυμένου πεδίου λειτουργίας της δευτεροβάθμιας αυτοδιοίκησης παρά οποιουδήποτε κρατικού σχήματος (αποκεντρωμένης υπηρεσίας ή υπηρεσίας της ενιαίας περιφέρειας).

Αφού ο νομοθέτης δεν κωλύεται από το Σύνταγμα, μπορεί να αναθέτει κατά το δοκούν κρατικές υποθέσεις σε αυτοδιοικούμενα όργανα είτε παραχωρώντας τες είτε χαρακτηρίζοντάς τες ως «τοπικές» (ΣτΕ 3440-4/1998), μειώνοντας αντίστοιχα το διοικητικό πεδίο της κρατικής αποκεντρωμένης διοίκησης.

Η άκριτη, ωστόσο, εύνοια υπέρ σχημάτων αυτοδιοίκησης ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας (ενδεχομένως και αποδοτικότητάς) της λειτουργίας τους, συναντά την αρνητική στάση ορισμένων συγγραφέων (Μόργκαν 2000), οι οποίοι αντιτάσσουν την ύπαρξη «ορίων», η υπέρβαση των οποίων (στην κατεύθυνση της δημιουργίας αυτοδιοικούμενων φορέων, σχετικά ανεξάρτητων από τον κεντρικό κρατικό κορμό) είναι πιθανόν να προξενήσει δυσάρεστα επακόλουθα. Ένα τέτοιο όριο φαίνεται πως χρειάζεται να τεθεί και έναντι της τάσης δημιουργίας Ανεξάρτητων Αρχών.

*Ο Κωστής Παπαδημητρίου είναι Πρόεδρος του Διοικητικού Επιμελητηρίου

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
+1 επιπλέον
 
Top