Του Μελέτη Ρεντούμη

Η Ελλάδα μετά από 3 χρόνια και συγκεκριμένα το 2014, επιχείρησε να βγει στις αγορές και να δανειστεί από διεθνείς και εγχώριους πιστωτές και επενδυτές, με στόχο να περάσει ένα μήνυμα ανάκαμψης της οικονομίας και της σταδιακής απεμπλοκής από το πρόγραμμα προσαρμογής μετά την επίσημη λήξη του τον Αύγουστο του 2018.

Καταρχάς οφείλουμε ν’ αναφέρουμε ότι ως συμβολικό και μόνο γεγονός η έξοδος της χώρας στις αγορές είναι κάτι θετικό καθώς σηματοδοτεί μία εξέλιξη που μπορεί εν δυνάμει να δώσει επιπλέον επιλογές στην κυβέρνηση στο μέλλον, στην άντληση ρευστότητας και στην κάλυψη δημοσιονομικών αναγκών.

Το θέμα βέβαια είναι σε όρους οικονομικούς και αγοράς ομολόγων τί πέτυχε η χώρα μας και κατά πόσο η προσπάθεια μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη.

Η απάντηση την οποία έσπευσε να την δώσει η ίδια η αγορά, είναι ότι η κυβέρνηση βιάστηκε αρκετά να ετοιμάσει την έκδοση των ομολόγων, δεν είχε στρατηγική και δοκίμασε περισσότερο επικοινωνιακά να δημιουργήσει ένα νέο αφήγημα στον ελληνικό λαό μέσω ενός επιτοκίου και μάλιστα συγκρινόμενο με την αντίστοιχη προσπάθεια της κυβέρνησης Σαμαρά 3 χρόνια νωρίτερα.

Πιο συγκεκριμένα το επιτόκιο που κατάφερε τελικά να λάβει η κυβέρνηση με βάση τις προσφορές κατέληξε στο 4.625% αρκετά ακριβό σε σχέση με την παρούσα κατάσταση τόσο της παγκόσμιας αγοράς όσο και της αγοράς ομολόγων διεθνώς.

Μάλιστα είναι καλό να τονίσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος της έκδοσης αποτελεί αντικατάσταση παλαιότερου ομολόγου το οποίο πλέον θα λήξει το 2022, άρα πρόκειται περί αναχρηματοδότησης και όχι νέας χρηματοδότησης.

Επίσης σχεδόν το 1.3 δισ. ευρώ κατέληξε στους ήδη γνωστούς εγχώριους επενδυτές που δεν είναι άλλοι από τις ελληνικές τράπεζες που συνεχίζουν να χρηματοδοτούν την ελληνική οικονομία, ενώ το υπόλοιπο 1.7 δισ. από το σύνολο της έκδοσης των 3 δισ. ευρώ κατέληξε σε διεθνείς επενδυτές.
Η παρούσα έξοδος στις αγορές, ήταν επί της ουσίας ένα επικοινωνιακό τέχνασμα ώστε να νιώσει η κοινή γνώμη και πολύ περισσότερο οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του Σύριζα, ότι οι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων πιάνουν τόπο και υπάρχει κάποια ελπίδα για ανάκαμψη.

Συγκρινόμενο λοιπόν το επιτόκιο της έκδοσης με το spread, την διαφορά του δηλαδή από το επιτόκιο αναφοράς που είναι το Γερμανικό ομόλογο 10ετίας και 5ετίας, η Ελλάδα δανείστηκε το 2014 με 435 μονάδες βάσης ενώ τώρα με 481 μονάδες, δηλαδή με αυξημένο κόστος χρήματος.

Να θυμίσουμε επίσης ότι η σύγκριση με την Πορτογαλία την χώρα δηλαδή που βρισκόταν επίσης σε Μνημόνιο και δανειζόταν με υψηλά επιτόκια τα προηγούμενα χρόνια, δείχνει ότι η έκδοση του 2014 με 4.95% έγινε με την Πορτογαλία στο 3.85% ενώ το 2017 η Ελλάδα πετυχαίνοντας 4.62% βλέπει την Πορτογαλία να έχει κατρακυλήσει στο 1.2% .

Και μόνο η παραπάνω σύγκριση μαρτυρά τον πολύτιμο χρόνο που έχασε η χώρα μας τα τελευταία 3 χρόνια, όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επενδύσεις στο να εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να μπορεί να δανείζεται φθηνά ώστε να καλύπτει τόσο τις εγχώριες όσο και τις ανάγκες του εξωτερικού τομέα.
Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι η χώρα δεν έχει στρατηγική καθώς ανακοίνωσε ήδη ότι θα ακολουθήσουν και άλλες εκδόσεις, χωρίς να έχει δρομολογηθεί κάποιο χρονοδιάγραμμα ώστε αυτό να συνδυαστεί με κάποιες θετικές ανακοινώσεις για την ελληνική οικονομία ή με κάποιες σοβαρές μεταρρυθμίσεις την χώρα

Η παρούσα έξοδος στις αγορές, ήταν επί της ουσίας ένα επικοινωνιακό τέχνασμα ώστε να νιώσει η κοινή γνώμη και πολύ περισσότερο οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του Σύριζα, ότι οι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων πιάνουν τόπο και υπάρχει κάποια ελπίδα για ανάκαμψη.

Αυτό όμως προϋποθέτει ισχυρή δέσμευση προς την κοινωνία, σοβαρές τομές αλλά και σεβασμό τόσο προς τους θεσμούς όσο και προς την ίδια την αγορά, κάτι που φαίνεται η παρούσα κυβέρνηση να μην διαθέτει στον βαθμό που θα έπρεπε.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός.

+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top