Το πρώτο τεστ μετά την αξιολόγηση μεταξύ των κυβερνητικών στελεχών που υποστηρίζουν την υλοποίηση των συμφωνηθέντων και εκείνων που θέλουν να κινηθούν εκτός του πλαισίου που θέτει το μνημόνιο θα είναι, όπως όλα δείχνουν, το σχέδιο νόμου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση που προωθεί ο υπουργός Εσωτερικών Πάνος Σκουρλέτης.

Το νομοσχέδιο έχει προκαλέσει ένταση μεταξύ του κ. Σκουρλέτη και του οικονομικού επιτελείου, εξαιτίας κάποιων ρυθμίσεων που ενδέχεται να ξεχειλώσουν τα οικονομικά των δήμων και να δημιουργήσουν προβλήματα στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Για παράδειγμα, το προωθούμενο νομοσχέδιο προβλέπει την εξομοίωση των δημοτικών εταιρειών ύδρευσης με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.


Ο κίνδυνος

Αυτό εκ πρώτης μπορεί να φαίνεται λογικό, δεδομένου ότι είναι ομοειδείς επιχειρήσεις και δραστηριοποιούνται στον ίδιο κλάδο. Ωστόσο, το Γενικό Λογιστήριο διαβλέπει στη συγκεκριμένη διάταξη τον ορατό κίνδυνο να βγουν εκτός ενιαίου μισθολογίου και να πάρουν αυξήσεις μισθών εκατοντάδες δημοτικοί υπάλληλοι που απασχολούνται στις τοπικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης. Επίσης, στο νομοσχέδιο έχει περιληφθεί ρύθμιση που προβλέπει την παροχή επιδόματος στους δημοτικούς συμβούλους ως έξοδα κίνησης. Το υπουργείο Εσωτερικών υποστηρίζει ότι είναι ένα μέτρο που στόχο έχει να καλύπτει τη δαπάνη για βενζίνη των δημοτικών συμβούλων που πρέπει να μετακινηθούν από απομακρυσμένα δημοτικά διαμερίσματα στις πρωτεύουσες των καλλικρατικών δήμων. Το υπουργείο Οικονομικών έχει διατυπώσει ενστάσεις καθώς το μέτρο είναι οριζόντιο, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν το «επίδομα βενζίνης» και οι δημοτικοί σύμβουλοι που δεν χρειάζεται να μετακινηθούν με το αυτοκίνητό τους.

Για το οικονομικό επιτελείο, τέτοιου είδους μέτρα, όπως η πρόταση του κ. Σκουρλέτη να εξαιρεθούν από τον κανόνα της μιας πρόσληψης για κάθε τέσσερις συνταξιοδοτήσεις οι υπάλληλοι καθαριότητας των δήμων, αναδεικνύουν τον κίνδυνο χαλάρωσης της κυβέρνησης μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Γι’ αυτό, εξάλλου, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος είχε δηλώσει αμέσως μετά το Eurogroup της 15ης Ιουνίου πως υπάρχει φως στο τούνελ, αρκεί η Ελλάδα να τηρήσει τις δεσμεύσεις της.

Η επόμενη αξιολόγηση, που για τους θεσμούς θα πρέπει να γίνει τον Σεπτέμβριο, δεν θα έχει βαριά δημοσιονομικά μέτρα, εκτός αν διαπιστωθεί ότι η ύφεση είναι βαθύτερη από αυτή που εκτιμάτο, κάτι που προς το παρόν δεν φαίνεται. Ωστόσο, τα προαπαιτούμενα για την ολοκλήρωσή της είναι πολλά και κάποια από αυτά είναι δύσκολα και τεχνικά και πολιτικά. Για παράδειγμα, οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις επιχειρήσεων, η πώληση λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, ο καθορισμός των περιοχών στις οποίες θα λειτουργούν τα καταστήματα τις Κυριακές και η προώθηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων είναι κάποια από τα 113 προαπαιτούμενα που έχουν συμφωνηθεί και πρέπει να υλοποιηθούν τους επόμενους μήνες από κάποιους υπουργούς που διστάζουν ή δεν θέλουν και μια δημόσια διοίκηση που επανειλημμένως έχει δείξει ότι δεν μπορεί.

Κρίσιμος Σεπτέμβριος

Το υπουργείο Οικονομικών, όμως, χρειάζεται μια γρήγορη και επιτυχή αξιολόγηση. Τον Σεπτέμβριο, μετά τις γερμανικές εκλογές θα ξανατεθεί το θέμα της αποσαφήνισης των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους. Με βάση αυτό, θα εξετάσει τη δυνατότητα ένταξης της Ελλάδας στο QE η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία έχει ξεκαθαρίσει πως η αγορά ομολόγων θα σταματάει όταν βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολόγηση.

Κυρίως, όμως, το φθινόπωρο τοποθετείται η πρώτη προσπάθεια έκδοσης ομολόγου, έστω και με τη μορφή αντικατάστασης του τίτλου που λήγει το 2019, με κάποιον μεγαλύτερης διάρκειας. Αυτό είναι τουλάχιστον το πιθανότερο σενάριο, χωρίς να αποκλείεται κάποια απόπειρα εντός του Ιουλίου και πριν από την απόφαση του ΔΝΤ για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα. Το οικονομικό επιτελείο δεν θα ήθελε, την ώρα που θα προσπαθεί να βγει στις αγορές, έναν πόλεμο χαρακωμάτων υπουργών με την τρόικα και μια αξιολόγηση σε εκκρεμότητα.

Αν για τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη η έκδοση ομολόγου έχει μόνον πολιτική σημασία, καθώς σηματοδοτεί την «έξοδο από τα μνημόνια», για το οικονομικό επιτελείο είναι ταυτόχρονα και ο μόνος τρόπος για να βγει ο λογαριασμός. Από τον Αύγουστο του 2018, οπότε τελειώνει το υφιστάμενο πρόγραμμα, έως το τέλος του 2019 οι χρηματοδοτικές ανάγκες είναι 19 δισ. ευρώ. Αν τα 9 δισ. καλύπτονται από το αποθεματικό ρευστότητας (cash buffer) που θα δημιουργηθεί σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup, τα υπόλοιπα 10 δισ. ευρώ πρέπει να βρεθούν από τις αγορές. Οσο λιγότερες αποκρατικοποιήσεις γίνουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι χρηματοδοτικές ανάγκες. Οσο καθυστερούν οι αξιολογήσεις και δυσχεραίνεται η έξοδος στις αγορές, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ενός νέου προγράμματος. Υπό αυτή την έννοια, οι ενστάσεις του οικονομικού επιτελείου στις απόπειρες δημοσιονομικού ξεχειλώματος από κάποιους υπουργούς δεν έχουν λογιστική προσέγγιση, αλλά εξόχως πολιτική.

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
+1 επιπλέον
 
Top