ΤΟ 2017 ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΣ “ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖAΚΗ”. Ο ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΠΕΒΙΩΣΕ ΠΡΙΝ 60 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΟΥ, Η “ΑΣΚΗΤΙΚΗ”, AΓΓΙΞΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ.

Τ.Σ Έλιοτ με τον στίχο έτσι τελειώνει ο κόσμος/όχι με ένα βρόντο μα μ' ένα λυγμό, από το ποίημα “The Hollow Men”, (Έρημη Χώρα, μετάφραση Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος) όρισε το τέλος του μάταιου τούτου κόσμου.
Αν, λοιπόν, αυτή είναι η απάντηση, τότε η ερώτηση ανήκει στον δικό μας Νίκο Καζαντζάκη. Δεν τη θέτει άμεσα, αλλά έμμεσα μέσα από μια προτροπή-διαταγή που λέει: φτάσει όπου δεν μπορείς! (Αναφορά στον Γκρέκο) Αυτόματα ενεργοποιεί την αμφισβήτηση που πάντα μας πάει μπροστά και το ερώτημα που τίθεται είναι αμείλικτο:
Μέχρι πού μπορείς να φτάσεις;
 Η απάντηση δεν είναι απλή και σε καμία περίπτωση δεν μπορείς προσδιορίσεις το τέλος της πορείας σου. Αυτό που μετράει είναι η πορεία. Να αγωνίζεσαι χωρίς να ρωτάς αν θα νικήσεις ή θα νικηθείς. Να έχεις στο νου ότι είσαι μια φωτεινή στιγμή μεταξύ δύο σκοτεινών περιόδων: της γέννησης και του θανάτου. Για να μπορέσεις να δεις το “πού” πρέπει να πας πίσω. Στην αρχή. Εκεί που το σκοτάδι καλύπτει τα πάντα και βαθιά μέσα του υπάρχει μια φλόγα που σιγοκαίει. Να 'χεις το θάρρος να κοιτάξεις στο έρεβος και μόλις δεις το φως που καεί, να το φέρεις στην επιφάνεια της απεραντοσύνης σου και τότε, μόνο τότε, να κάνεις το πρώτο βήμα της ζωής και της διαδρομής σου προς το άφταστο.
Κι αν ακούς μια “Κραυγή” στο διάβα σου, αυτή είναι η “Ασκητική”, το ευαγγέλιο μας.

ΤΟ “MAGNUM OPUS” ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖAΚΗ

Η “Ασκητική” είναι το “Magnum Opus” του Νίκου Καζαντζάκη. Ο πυρήνας όλου του έργου του. Το μεγαλύτερο τόλμημα μια και δεν φοβήθηκε να εκθέσει δημόσια την κοσμοθεωρία του! Στην ουσία να εκθέσει τον εαυτό του και να τα βάλει με ποταπούς Θεούς και (προσωπικούς) δαίμονες. Όπου “Θεοί” οι αυτόκλητοι υπερασπιστές και διαχειριστές της αλήθειας του Θεού, αλλά και το συντηρητικό κατεστημένο. Όπου “δαίμονες” τα πάθη, οι αδυναμίες και οι αμφιβολίες του ανθρώπου, βάρη που ο Καζαντζάκης σήκωσε για να φτάσει στην κορυφή της ύπαρξης του. Η “Ασκητική” δεν υπήρξε εύκολη υπόθεση και ο πνευματικός μόχθος του Κρητικού τόσο έντονος... Το πνεύμα του Καζαντζάκη χάνεται στην αρχή της Δημιουργίας και η σκέψη του είναι που το κάνει ατσάλινο και ανοξείδωτο αλέτρι για να “σκάψει” την αχανή έκταση του Σύμπαντος. Όσο κακοτράχαλο και σπαρμένο με άφθαρτα αγάλματα κι αν ήταν, αυτός ήταν αποφασισμένος να πάει μπροστά. Να τραβήξει τη δική του ανηφόρα και να κάνει τον λόγο του αρχή των πάντων αφού “έκλεβε” πρώτα την άχραντη και αρχέγονη φωτιά. Τιτάνια προσπάθεια που όμως ο Καζαντζάκης προφανώς και ήταν αποφασισμένος να τη φέρει εις πέρας. Συνεπώς, πώς να μην είναι η “Ασκητική” η αρχή, το τέλος και δημιουργία του πνευματικού του (μας) βίου; Όλα εκεί βρίσκονται. Εκεί αναπαύτηκε τον ατίθασο πνεύμα του για πάντα και όσα θα διαβάσετε παρακάτω είναι μια κρυστάλλινη εικόνα μιας λεπτομέρειας του γενετικού κώδικα της Κραυγής.


ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ MYSTIQUE


Πριν την ανάλυση όμως, έχει μεγάλη σημασία η ιστορία της “γέννησης” της “Ασκητικής”. Ο ίδιος έγραψε ότι πρόκειται για μια Κραυγή και όλο το έργο του είναι σχόλιο στην Κραυγή αυτή. Άρχισε να τη γράφει στη Βιέννη. Από εκεί, στις 9 Αυγούστου 1922, γράφει στην πρώτη του σύζυγο Γαλάτεια: “Βιάζομαι να τυπώσω ό,τι έχω γράψει ως τώρα για να μπορώ να δοθώ όλος σ' ένα νέο έργο, καθαρά θεολογικό μου. Έχω ήδη διαγράψει το σκελετό του και θα' ναι πολύ δύσκολο”.
Το ξεκίνημα, λοιπόν, έγινε στην πρωτεύουσα της Αυστρίας και τελείωσε στο Βερολίνο, όπου πήγε μετά τρεις εβδομάδες, κατά το τέλος του 1922, μέχρι το τέλος Μαρτίου του 1923. [...]. Σε γράμμα της 22ας Νοεμβρίου 1922 γράφει στη Γαλάτεια: “Έχω αποφασίσει να φύγω στη Ρουσία. Δεν ξέρω πότε. Πρέπει να ετοιμαστώ. Τώρα μαθαίνω ρούσικα, και αυτές τις μέρες θα πάω σ 'ενα τεχνίτη, εδώ, που έχει μαγαζί, να μάθω μια τέχνη – μαραγκός. Έτσι θα δουλεύω στη Ρουσία τρεις ώρες τη μέρα και θα γυρίζω τα χωριά. Εκεί θα δοκιμάσω το Λόγο που φέρνω”. Προφανώς και η αναφορά στο Λόγο έχει να κάνει με την “Ασκητική. Διαφωνεί με τις πρακτικές του καθεστώτος εκεί, αλλά θεωρεί πως οι Ρώσοι και οι Πολωνοί μπορούν να δεχθούν το νέο πρόσωπο του Αγωνιζόμενου Θεού. Ο ίδιος νιώθει άβολο και άσχημα να “καλοπερνά”, ενώ υπάρχει στους ανθρώπους τόσο ανάγκη, βιοτική, ιδεολογική, σκοπού και χρέους. Αλλά έχει και αγωνίες μεγαλύτερες από την ατομική του περιπέτεια. Εχει ανάγκες αγαλήνευτες, τίποτε δεν του δίνει χαρά. Και αν σκοπό, λέγει, πρέπει να θέσουμε “να μετουσιώνουμε την ύλη και να την κάνομε πνέμα”, τότε: “Να σπάμε τις βολικές συνήθειες, ν' απαρνιόμαστε την ευτυχία είναι απαραίτητο, θαρρώ, προαπαιτούμενο κάθε ανάβασης”.
Σε γράμμα τους προς τη Γαλάτεια χωρίς ημερομηνία, ανάμεσα σε χρονολογημένα γράμματα από το Βερολίνο μεταξύ 4 Δεκεμβρίου 1922 και 20 Ιανουαρίου 1923, λέει: “Άρχισα τώρα ένα καινούργιο βιβλίο: “Ασκητική”. Μα όταν αφήσω την πέννα, θλίψη, δε χωρώ σε όλα τούτα τ' αλφαβητικά στοιχεία που αραδιάζω”. Και συνεχίζει: “Γράφω τώρα την “Ασκητική”, ένα βιβλίο mystique, όπου διαγράφω τη μέθοδο ν' ανέβει η ψυχή από κύκλο σε κύκλο ωσότου φτάσει στη ανώτατη Επαφή. Είναι πέντε κύκλοι: Εγώ, ανθρωπότητα, Γης, Σύμπαντο, Θεός. Πώς ν' ανέβουμε όλα τούτα τα σκαλοπάτια κι όταν φτάσομε στο ανώτατο να ζήσομε όλους τους προηγούμενους κύκλους. Το γράφω επίτηδες χωρίς ποίηση, με στεγνή, επιταχτική φόρμα”. Στις 20 Ιανουαρίου 1923 γράφει πάλι στη Γαλάτεια: “Γράφω όπως σου έγραψα την “Ασκητική”. Δεν ξέρω αν θα σου αρέσει. Είναι γραμμένο ολιγόλογα, σαν ανάβαση επίπονη από κύκλο σε κύκλο”. [...]
Στο ίδιο γράμμα εκφράζει προβληματισμό εάν είναι σωστή η επιλογή για αμιγώς πνευματική ενασχόληση. Διαλογίζεται την πράξη: “Να μπορούσα να κανα το πήδημα. Ν' αφήσω πίσω μου, στον άλλο όχτο, τα γραψίματα και την ποίηση και να μιλήσω στους ανθρώπους, χωρίς να κρίνω, χωρίς να ντρέπομαι και να ζυγιάζω. Μου φαίνεται πως μόνο τότε θα βρισκα τη φόρμα, όπου άνετα θ' ανέπνεε η ψυχή μου. Να μιλήσω στους ανθρώπους, όχι σ' ένα ή δυο, μα σε μάζες ανθρώπων. Να συμπλέξω την ιδέα μου με τις σύγχρονες ανάγκες. [...] Η ιδέα, η αφηρημένη, η άσαρκη, η φιλοσοφική -δεν μπορεί να την ψυχή τη σαρκοβόρα. Κι όλα καθαρά, άρτια είναι στο νου μου, μα μου λείπει η δύναμη να πηδήξω το φράχτη και να νικήσω το Γελοίο. Άραγε θα μπορέσω ποτέ; Αν όχι, η ζωή μου θα είναι βαθύτατη, αγιάτρευτη πικρία και προσπάθεια. [...] Μάχομαι, κοιτάζω μπροστά σαν τον Οδυσσέα, μα χωρίς να ξέρω αν πότε θα αράξω στην Ιθάκη. Εχτός να η Ιθάκη είναι το ταξίδι”. Στο χωρίς ημερομηνία γράμμα του υπ. αρ. 55 πληροφορεί τη Γαλάτεια ότι αυτό το μήνα τελειώνει την “Ασκητική”. Και στο υπ. αρ. 60: “Έγραψα και τελείωσα χτες την “Ασκητική”.


Ο ΛΟΓΟΣ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΗ ΣΚΕΨΗ


Η γλώσσα του Νίκου Καζαντζάκη είναι μοναδική και ο τρόπος που τη χρησιμοποιεί επαναλαμβάνεται σε όλα τα έργα του. Η “Ασκητική”, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Τι εννοούμε με το επίθετο “μοναδική”; Ο Καζαντζάκης δεν καταπονείται πνευματικά ψάχνοντας να προσθέσει πομπώδη, εντυπωσιακά, ψιμύθια στον λόγο του. Γι' αυτόν σημασία έχει να αναδειχθεί ο υψηλός συμβολισμός των λέξεων και των προτάσεων. Όταν για παράδειγμα γράφει για “αρίφνητες δυνάμες” δεν τον απασχολεί η λόγια διάσταση, αλλά να εντυπωθεί καλά στον αναγνώστη η διάθεση, η πρόθεση, ο σκοπός του. Όταν γράφει πως “ένας έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο”, δεν χρειάζεται να εξηγήσει ότι μιλά για το “Σύμπαν”. Στην ουσία θέλει να απογυμνώσει τον λόγο από τα κενά περιεχομένου νοήματα και να τον φέρει στα ανθρώπινα μέτρα. Της εποχής του φυσικά, αλλά μακριά από κάθε ανούσια επίδειξη. Ο τρόπος που απευθύνεται στον αναγνώστη είναι της προσταγής αφού μόνο έτσι θα ακουστεί το μήνυμα του. Γι' αυτό και τα σύνολα των λέξεων είναι σχεδόν ανεπεξέργαστα. Για τον Καζαντζάκη σημασία έχει η απλότητα, αυτή είναι που “δένει” νοηματικά τις λέξεις και τις θέτει στην υπηρεσία του οράματος του. Εν προκειμένω, στην έκφραση του Απόλυτου.

Στην “Ασκητική” ο λόγος υπηρετεί τη σκέψη και όχι η σκέψη τον λόγο. Και η σκέψη του Καζαντζάκη δεν είναι σύνθετη, ούτε ελιτίστικη. Άμεση και απλή και αυτή είναι που δίνει το οριστικό σχήμα στα λεκτικά σύνολα και την κατεύθυνση στη γλώσσα. Οι λέξεις και ο τρόπος που τις χρησιμοποιεί σταθεροποιούν τα ερωτήματα μας και κάθε απάντηση “προχωρά” το νοηματικό πλαίσιο. Αυτό το γλωσσικό μοτίβο βλέπουμε στο σύνολο του έργου του, αλλά στην “Ασκητική” αποκτά άλλη διάσταση, καθώς ο μύθος δίνει τη θέση του στην αποτύπωση του μεταφυσικού, του υπεράνθρωπου...


ΨAΧΝΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ...


Η “Ασκητική” δημιουργήθηκε μέσα σε ένα μυστήριο περιβάλλον. Δεν είναι τυχαία η φράση του ίδιου ότι πρόκειται για ένα βιβλίο “Mystique”. Το μυστήριο όμως όχι με τον τρόπο που χρησιμοποιείται στα μυθιστορήματα, ιδιαίτερα στα αστυνομικά. Ο Καζαντζάκης ψάχνει το μυστήριο και την ίδια στιγμή το “εκμεταλλεύεται” για να ορίσει το πλαίσιο, το δικό του “χωματένιο αλώνι”, που θα κινηθεί και θα ξεδιπλώσει τον βαθύ στοχασμό του. Γι' αυτό και η “Ασκητική” έχει διττή κατεύθυνση: Να ανακαλύψει το μέγα μυστήριο της ζωής και “πεθάνει” μέσα σε αυτό. Γι' αυτό και όταν τη διαβάζεις νιώθεις να σου επιβάλλεται. Ο Καζαντζάκης ιερουργεί αφήνοντας στην άκρη τύπους, κανόνες και θρησκευτικές παραδόσεις, αφήνοντας τη σοφία του αινίγματος μόνη και ικανή να οδηγήσει τον λόγο πέρα από λογοτεχνικές-δοκιμιακές συμβάσεις.
Η ατμόσφαιρα της “Ασκητικής” γοητεύει. Σε αφήνει μετέωρο και ενεό μπροστά στο μεγαλείο που κρύβει και ανακαλύπτει. Είναι αυτό το δέος που την κάνει να λάμπει και να εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Ο Καζαντζάκης είχε πλήρη συνείδηση του μεγαλεπήβολου στόχου του και φρόντισε να διαρθρώσει ανάλογα το βιβλίο. Η δομή και η παρουσίαση κάθε ενότητας ομοιάζουν με θρησκευτικά ιερά κείμενα, χωρίς να υπάρχει όμως η ψευδαίσθηση του ιερού. Από το ξεκίνημα δίνει εντολή για το τι πρέπει να κάνει ο αναγνώστης και πώς πρέπει εξελιχθεί το μυστήριο της “Ασκητικής”.


Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ “ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ”...


Τι μας λέει, λοιπόν, στην “Ασκητική” ο Καζαντζάκης; Από το εξώφυλλο κιόλας του βιβλίου, η Δημιουργία είναι αυτή που τροφοδοτεί τη σκέψη του Κρητικού. Βλέπουμε δύο χέρια και την προσπάθεια των δαχτύλων τους να αγγίξουν το ένα το άλλο. Πρόκειται για λεπτομέρεια από τον πίνακα “Η δημιουργία του Αδάμ”, του Μιχαήλ Αγγέλου (βρίσκεται στην Καπέλα Σιξτίνα στο Βατικανό). Στην εισαγωγή του μας “εξηγεί” ποια είναι αυτή η Δημιουργία. “Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή”. Δύο ρεύματα, η ζωή και ο θάνατος, τα στοιχεία που την ορίζουν, όμως επειδή η ζωή είναι άναρχη, χρέος του ανθρώπου να βρει το όραμα εκείνο που θα χωρέσει τα δύο ρεύματα και θα ορίσει Σκέψη και Πράξη.
Από δω ξεκινά και η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ και πρώτο χρέος μας είναι να προετοιμάσουμε τον νου. Να ορίσουμε με σαφήνεια τα όρια του και να πάμε πέρα από τα φαινόμενα. Δεύτερο χρέος να αγωνιούμε για τη μαχόμενη ουσία πέρα από τα φαινόμενα. Να προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε τις δυνάμεις του Σύμπαντος. Χρέος μα να ψάξουμε στο βαθύ, αιώνιο σκοτάδι. Το τρίτο χρέος είναι να νικηθεί ο μεγαλύτερος πειρασμός, η Ελπίδα. Σε αυτήν ελλοχεύει ο εφησυχασμός και ο άνθρωπος γεννήθηκε για να οργώνει το αμπέλι του, να ζευγαρώνει... Εντούτοις, για να βρει την ουσία των πραγμάτων οφείλει να ναυαγήσει, να πάει ήσυχα στην άβυσσο απαλλαγμένος απ' όλα τα προηγούμενα. Πρέπει να μην ελπίζει, να μη φοβάται, να είναι ελεύθερος.
Επόμενος στάδιο, Η ΠΟΡΕΙΑ. Αυτή έχει να κάνει με την Κραυγή που βγαίνει από την καρδιά. Ο άνθρωπος πρέπει να την ακούσει και να την ακολουθήσει. Κάποιος κατοικεί μέσα του και προσπαθεί να ελευθερωθεί. Επιλέγει την ανηφορική πορεία και ξεκινά να τον συναντήσει. Σε αυτό το σημείο έρχεται το πρώτο σκαλοπάτι, το ΕΓΩ. Εδώ, ο Καζαντζάκης μας καλεί να αγωνιστούμε και να υποταχθούμε σε μια ανώτερη δύναμη. Στρατηγός του είναι η Κραυγή. Ο αγωνιστής βρίσκεται μέσα του και προσπαθεί να βγει έξω. Δεύτερο σκαλοπάτι η ΡΑΤΣΑ. Μέσα του ακούει τη φράση “Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!” και μας υπενθυμίζει ότι από τη στιγμή που γεννιόμαστε δεν είμαστε μόνοι μας. Προετοιμάζουμε για την επόμενη γενιά. “Πατάμε” στους προγόνους μας, παίρνουμε και δίνουμε, αλλά διαλέγουμε ποιον θα ακολουθήσουμε. Στόχος, να βοηθήσουμε το παιδί μας να μας ξεπεράσει. Τρίτο σκαλοπάτι Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ. Εδώ, ο “Ν.Κ” απαιτεί να ελευθερωθούμε από τη ράτσα και να πολεμήσουμε για να συντάξουμε το όραμα. Επόμενο σκαλοπάτι Η ΓΗΣ. Η Γη είναι το σώμα όλων των σωμάτων. Η μήτρα που γεννά την ύλη, εκεί που γεννιέται ο άνθρωπος, εκεί που πρέπει να πεθάνει. Απ' αυτήν βγαίνει η Πνοή, κάνει έφοδο και την ακολουθούμε στο αιώνιο κυνήγι του Γαμπρού για την αιωνιότητα, τη Νύφη. Φαλλός και Μήτρα τα ιερά σύμβολα του Γάμου.
Μετά την ΠΟΡΕΙΑ έρχεται το ΟΡΑΜΑ. Εκεί μαθαίνουμε ότι ουσία του Θεού είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Απ' αυτόν γεννιέται ο πόνος, η χαρά, η ελπίδα και ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ. Για να δεις όμως τον Θεό πρέπει να ζεις στην Έκσταση, να παλεύεις να στερεώσεις τον λόγο. Τότε μόνο θα Τον δεις κι αυτό θα αναγνωρίσει τον Εκστατικό, τον Γιο του. Το ΟΡΑΜΑ ακολουθεί Η ΠΡΑΞΗ. Πρώτα, Η ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Ο Καζαντζάκης μας τονίζει πως η πράξη είναι η πιο ιερή μορφή της θεωρίας. Δεν πρέπει να βλέπεις τη Δημιουργία, αλλά να δημιουργείς. Χρέος μας να προσαρμόσουμε τον ρυθμό της ζωής μας με αυτόν του Θεού. Χρέος μας να σώσουμε τον Θεό για να σωθούμε. Ο Θεός του Καζαντζάκη είναι αδύναμος, δεν είναι σοφός και φωνάζει βοήθεια. Ο άνθρωπος οφείλει να ακούσει την Κραυγή Του και να πολεμήσει μαζί Του. Ακολουθεί Η ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Εδώ, αποκαλύπτεται ότι ο Θεός είναι άνθρωπος και ο άνθρωπος προσπαθεί να γίνει Θεός. Γι' αυτό και η Κραυγή μας πρέπει να είναι σαν το φως που φεύγει από ένα άστρο. Πνοή του Θεού είναι ο Έρωτας, αλλά μόνο οι πεινασμένοι, οι άναρχοι και οι αλήτες θα βρουν τον Θεό. Χρέος μας να βάλουμε φωτιά και να καθαρίσει η γη. Ανώτατη αρετή, η μάχη για την ελευθερία. Τέλος, Η ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ. Σε αυτό το σημείο υπάρχει η εντολή “Βάλε τάξη στη ρεούμενη αναρχία του κόσμου”. Μόνο η βαθιά κατανόηση του Ορατού δημιουργεί τον Θεό (αφήνοντας το Αόρατο ελεύθερο). Με το σώμα και πνεύμα σμιλεύουμε την ύλη. Ο Θεός πιάνεται από τον κόσμο μας και συνεχίζει την πορεία του. Σε αυτήν δύο αντίθετοι, σφοδροί άνεμοι συγκρούονται στην καρδιά και στο σύμπαν: Το αρσενικό και το θηλυκό. Η σύγκρουση αυτή υπάρχει ΠΑΝΤΟΥ. Η αγωνία του σύμπαντος ξεσπά σε κάθε ζωντανό και τότε ο Θεός κινδυνεύει. Θέλει να ξεφύγει. Σε αυτή την κατάσταση ο ΤΡΟΜΟΣ και η ΣΙΓΗ υπάρχουν μόνο. Ανάμεσα τους μια Φλόγα.


... ΚΑΙ Η ΣΙΓΗ

Η Φλόγα αυτή είναι η ψυχή του ανθρώπου και πρέπει να καίει και να δημιουργεί. Πάντα. Πρέπει να γεννά φως. Εκεί θα δεις την “κόκκινη γραμμή που ανηφορίζει”. Η φωτιά είναι η απάντηση στα μεγάλα, διαχρονικά, υπαρξιακά ερωτήματα. Η φωτιά ξεκλειδώνει το σύμπαν της ύπαρξης. Η φωτιά θα καθαρίσει και θα εξαφανίσει τη Γη. Η φωτιά γεννά, σκοτώνει, προχωρά... Ο άνθρωπος γεννήθηκε και βρίσκεται ανάμεσα σε δυο φωτιές. Για να πάρει μπρος ο κόσμος πρέπει να ξεκινήσει ένας μανιασμένος χορός. Τότε, “ολομεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγγος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβιλίζεται, γίνεται αιωνιότητα. Το κάθε σημείο, -θες έντομο, θες άστρο, θες ιδέα- γίνεται χορός”. Τότε το σημείο ελευθερώνεται και έρχεται Η ΣΙΓΗ. Ο ανώτατος βαθμός άσκησης. Η ΣΙΓΗ είναι απόλυτη σοφία κατακτημένη μετά από ΑΓΩΝΑ και εκπλήρωση των άθλων. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος δένεται με την Άβυσσο. Πλέον, η μάχη φεύγει από το νοητό και υλικό πεδίο. Πάει στο Αόρατο. Όλο αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί και μέσα στη βαθιά ΣΙΓΗ ο Καζαντζάκης γράφει και λέει το “Πιστεύω” της ανθρωπότητας καταλήγοντας πως “ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ”. Δεν υπάρχει το “ΕΝΑ” της Δημιουργίας. Αυτός είναι και ο ακατάλυτος, ασταμάτητος Αγώνας. Να δημιουργείς. Η Δημιουργία μόνο πλησιάζει την αρχή του απείρου.


Πηγή
-Νίκος Καζαντζάκης. Ασκητική. Salvatores dei. Εκδόσεις Καζαντζάκη
gazzetta.gr

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
+1 επιπλέον
 
Top