Τα αρνητικά μέτρα που νομοθετεί η κυβέρνηση ξεπερνούν τα αντίστοιχα θετικά κατά 1,357 δις. ευρώ καθώς τα μεν διαμορφώνονται στα 5,396 δις. ευρώ και αφορούν στην περίοδο 2018-2021 ενώ τα δε περιορίζονται στα 4,039 δις. ευρώ για την τριετία 2019-2021. Αυτό προκύπτει από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους η οποία συνοδεύει το πολυνομοσχέδιο και η οποία ουσιαστικά καταρρίπτει τη ρητορική που ανέπτυξε μέχρι τώρα η κυβέρνηση «ένα ευρώ αρνητικών μέτρων αντισταθμίζεται από ένα ευρώ θετικών μέτρων».

Για το 2018, ο λογαριασμός διαμορφώνεται στα 570 εκατ. ευρώ, το ποσό ανεβαίνει στα 3,102 δις. ευρώ για το 2019, στα 5,116 δις. ευρώ για το 2020 και στα 5,396 δις. ευρώ για το 2021. Αντίθετα τα θετικά μέτρα που νομοθετούνται ανέρχονται στα 1,99 δις. ευρώ για το 2019, στα 3,915 δις. ευρώ για το 2020 και στα 4,039 δις. ευρώ για το 2021.

Παρά τα στοιχεία που αναφέρει η έκθεση του γενικού λογιστηρίου, η κυβέρνηση -με non paper που εξέδωσε το Μέγαρο Μαξίμου- επιμένει ότι ο λογαριασμός των θετικών μέτρων φτάνει στα 7,5 δισ. ευρώ. Υπάρχει τέτοιο νούμερο; Υπάρχει αλλά στα… όνειρά μας. Προκύπτει από τον εξής συλλογισμό: ότι από το 2019 μέχρι το 2021 όχι μόνο θα επιτύχουμε τους στόχους του 3,5% του ΑΕΠ αλλά θα καταφέρουμε να επιτύχουμε πρωτογενή πλεονάσματα έως και…5,5% του ΑΕΠ. Έτσι, θα δημιουργηθεί ο δημοσιονομικός χώρος για να δαπανήσουμε 660 εκατ. ευρώ σε εφάπαξ μέτρα το 2019, 1,5 δισ. ευρώ σε φορολογικές ελαφρύνσεις το 2020 και 3,5 δισ. ευρώ συνολικά το 2021. Στο ερώτημα ποιες είναι αυτές οι φορολογικές ελαφρύνσεις απάντηση δεν υπάρχει. Και δεν υπάρχει διότι το πλεόνασμα του 4% και του 5,5% είναι μια πρόβλεψη της ελληνικής πλευράς. Ούτε συμφωνημένη είτε ούτε τίποτα. Συμπέρασμα: το μόνο βέβαιο αυτή τη στιγμή είναι ότι θα εφαρμοστούν τα αρνητικά μέτρα των 5,4 δισ. ευρώ. Τα θετικά μέτρα των 4 δισ. ευρώ θα ενεργοποιηθούν αν επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος (3,5% το 2019 ή 4,5% μαζί με τα πρόσθετα μέτρα) ενώ τα υπόλοιπα θετικά μέτρων των 3,5 δισ. ευρώ είναι ευσεβείς πόθοι του οικονομικού επιτελείου.

Από τη μέτρηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων που επιφέρουν τα άρθρα του πολυνομοσχέδιου στην οποία προχώρησε το Γενικό Λογιστήριο, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Για το 2018, δεν υπάρχει κανένα θετικό μέτρο πέραν της αύξησης που θα υπάρξει στις αποδοχές όσων αμείβονται με βάση τα ειδικά μισθολόγια (σ.σ η έκθεση του ΓΛΚ προβλέπει αύξηση της δαπάνης κατά 83,5 εκατ. ευρώ το 2018 έναντι 36,2 εκατ. ευρώ το 2017). Αντίθετα, ο προϋπολογισμός των αρνητικών μέτρων διαμορφώνεται στα 570,8 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό αφορά μόνο στα μέτρα που νομοθετούνται με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε τα μεσάνυχτα του Σαββάτου και όχι τα συνολικά μέτρα του 2018 τα οποία έχουν ήδη ψηφιστεί με προηγούμενους νόμους αλλά δεν έχουν ακόμη ενεργοποιηθεί. Αν συνυπολογιστούν και αυτά, ο συνολικός «λογαριασμός» του 2018, ανεβαίνει στα 1,8 δις. ευρώ. Τα καινούργια μέτρα που ενεργοποιούνται από το νέο έτος είναι η κατάργηση της έκπτωσης φόρου για τις ιατρικές δαπάνες με προϋπολογισμό 121 εκατ. ευρώ, η κατάργηση της έκπτωσης του 1,5% που γίνεται στην παρακράτηση των μισθωτών και συνταξιούχων με προϋπολογισμό 68 εκατ. ευρώ, η κατάργηση του αφορολογήτου των βουλευτών (που θα παρασύρει και τον φόρο των δικαστικών) με 44 εκατ. ευρώ, η νέα περικοπή του επιδόματος θέρμανσης με προϋπολογισμό 47 εκατ. ευρώ, η κατάργηση κοινωνικών επιδομάτων (π.χ επίδομα ανεργίας στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας με προϋπολογισμό 11,8 εκατ. ευρώ) αλλά και η αναμόρφωση του ποσού της επιστροφής στα φάρμακα (rebate), ένα μέτρο που περιορίζει τη φαρμακευτική δαπάνη κατά 132 εκατ. ευρώ. Περίπου 48 εκατ. ευρώ προγραμματίζεται να αποφέρει και η φορολόγηση των εισοδημάτων από βραχυπρόθεσμη ενοικίαση ακινήτων ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα. Από το 2018 θα αρχίσει να αποδίδει και ο νέος τρόπος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιτηδευματίες. Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της υπουργού Εργασίας Έφης Αχτσιόγλου ότι η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού δεν θα έχει επιπτώσεις το 2018 λόγω της έκπτωσης του 15% που προβλέπεται μόνο για το συγκεκριμένο έτος. Το μέτρο προβλέπεται να αυξήσει τις ασφαλιστικές εισφορές κατά 59 εκατ. ευρώ το 2018 ενώ για το 2019 το κόστος για τους ασφαλισμένους υπερδιπλασιάζεται για να φτάσει στα 138 εκατ. ευρώ.
Για το 2019, κυριαρχεί η μείωση των συντάξεων. Είναι και το μεγαλύτερο «πακέτο» μέτρων, όπως προκύπτει από την αναλυτική κοστολόγηση στην οποία προχωρά το Γενικό Λογιστήριο. Ο προϋπολογισμός από την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, τη μετάθεση των όποιων αυξήσεων θα δίδονταν στους συνταξιούχους λόγω πληθωρισμού και ανάπτυξης όχι για το 2019 όπως προβλεπόταν αρχικά αλλά για το 2022 όπως επίσης και η κατάργηση των οικογενειακών επιδομάτων διαμορφώνεται στα 2,493 δις. ευρώ για το 2019, στα 2,584 δις. ευρώ για το 2020 και στα 2,724 δις. ευρώ για το 2021. Προκύπτει επομένως ότι ο λογαριασμός για τους συνταξιούχους είναι πολύ πιο βαρύς από τα 1,8 δις. ευρώ που έλεγε η κυβέρνηση μέχρι τώρα. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, τα μέτρα για τις συντάξεις πρέπει να αντιστοιχούν στο 1% του ΑΕΠ του 2019 και όχι του σημερινού ΑΕΠ το οποίο είναι μικρότερο βάσει τουλάχιστον των προβλέψεων που ενσωματώνονται στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Δεύτερον, οι δανειστές ζητούν να υπολογιστεί η καθαρή απόδοση των μέτρων. Έτσι, ο λογαριασμός της περικοπής των συντάξεων ανέβηκε στα 2,724 δις. ευρώ ώστε να καλυφθεί και το «κενό» που θα προκύψει από τη μείωση στα φορολογικά έσοδα που θα προκληθεί λόγω του ότι ένα εκατομμύριο συνταξιούχοι θα έχουν χαμηλότερο εισόδημα από την 1/1/2019 (και ως εκ τούτου θα τους γίνεται και μικρότερη παρακράτηση φόρου συγκριτικά με τα ισχύοντα). Τα «καλά μέτρα που νομοθετούνται για το 2019, έχουν προϋπολογισμό 1,99 δις. ευρώ. Ο κατάλογος περιλαμβάνει την επέκταση του προγράμματος σχολικών γευμάτων (190 εκατ. ευρώ) τη δημιουργία νέων μονάδων προσχολικής εκπαίδευσης (140 εκατ. ευρώ), τον ανασχεδιασμό των οικογενειακών επιδομάτων (260 εκατ. ευρώ) και την επιδότηση ενοικίου (600 εκατ. ευρώ). Επίσης προβλέπονται 300 εκατ. ευρώ για την αύξηση της επενδυτικής δαπάνης, 260 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση των πολιτικών απασχόλησης του ΟΑΕΔ και 240 εκατ. ευρώ για τη μείωση της συμμετοχής στα φάρμακα. Όλο το πακέτο των θετικών μέτρων τελεί υπό την αίρεση της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων.
Το 2020, θα ενεργοποιηθεί η μείωση της έκπτωσης φόρου από τα 1900 ευρώ που είναι σήμερα στα 1250 ευρώ. Αυτό θα συμβεί το 2020 μόνο αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού καθώς το νομοσχέδιο προβλέπει ότι σε περίπτωση αποκλίσεων, η μείωση της έκπτωσης φόρου μπορεί να γίνει και νωρίτερα από το 2019. Η μείωση, αυξάνει τη φορολογική επιβάρυνση κατά 1,92 δις. ευρώ το 2020 και κατά 2,058 δις. ευρώ το 2021. Με τη μείωση του αφορολογήτου, ο λογαριασμός των μέτρων θα φτάσει το 2020 στα 5,115 δις. ευρώ. Από την άλλη, τα αντίμετρα του 2020 θα ανεβάσουν τον προϋπολογισμό των καλών μέτρων μόλις στα 3,915 δις. ευρώ. Στα αντίμετρα του 2020 περιλαμβάνει η μείωση του συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22% στο 20% η οποία θα κοστίσει 877 εκατ. ευρώ το 2020 και 977 εκατ. ευρώ το 2021, η χορήγηση έκπτωσης έως και 70 ευρώ στους υπόχρεους του ΕΝΦΙΑ (μέτρο που θα κοστίσει 209 εκατ. ευρώ) η μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων με κόστος 461 εκατ. ευρώ το 2020 και 270 εκατ. ευρώ το 2021 αλλά και η μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης κατά 368 εκατ. ευρώ το 2020 και κατά 613 εκατ. ευρώ το 2021.
+1 επιπλέον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top