του Διονύση Ρίζου*

Η διαπραγμάτευση για τα εργασιακά πρόκειται να ξεκινήσει στις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου και ήδη από την πλευρά της κυβέρνησης έχουν φανεί τόσο τα σημεία που έχουν θέσει στο τραπέζι οι «θεσμοί» προς συζήτηση όσο και η τακτική που θα ακολουθηθεί από την κυβέρνηση προκειμένου να αποφευχθούν επώδυνοι συμβιβασμοί.

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, το καθεστώς των ομαδικών απολύσεων, ο κατώτατος μισθός θεωρούνται για την πολιτική ηγεσία του υπουργείου εργασίας θέματα «taboo» στα οποία και θα επιδιωχθεί να μην υπάρξει καμιά παρέμβαση αλλά και να «απομονωθούν» εκείνοι από τους «θεσμούς» που θα ζητούν αλλαγές επί των συγκεκριμένων.

Πλην όμως, η πραγματική κατάσταση στην αγορά εργασίας απέχει πολύ από τα όσα ορίζουν τόσο η νομοθεσία του εργατικού δικαίου όσο και από όσα φαίνονται στα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύουν οι αρμόδιες υπηρεσίες αλλά και από αυτούς ακόμη τους στόχους που θέτει η κυβέρνηση μέσα στη διαπραγμάτευση.

Το σημαντικότερο πρόβλημα που σήμερα αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι είναι η «απλήρωτη εργασία». Πάνω από το ένα τρίτο των εργαζομένων απασχολείται χωρίς να καταβάλλονται για το σκοπό αυτό οι δεδουλευμένες αποδοχές αλλά υπάρχει καθυστέρηση στην καταβολή των μισθών τουλάχιστον 2 μηνών ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι καθυστερήσεις φτάνουν και ξεπερνούν τους 6 μήνες.

Έτσι ένας τεράστιος αριθμός εργαζομένων αμείβεται με «έναντι» καταβολή μισθών ενώ υπάρχουν και εργαζόμενοι που έχουν να δουν μισθό ακόμη και ένα χρόνο. Το φαινόμενο έχει αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις καθώς πέραν της καταβολής του δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας που επιφέρουν την αυτόφωρη διαδικασία, στις επιχειρήσεις που ακολουθούν τέτοιες τακτικές είναι μικρές οι δυνατότητες αντίδρασης των εργαζομένων και μειωμένες οι αντιστάσεις απέναντι στον φόβο της ανεργίας.

Προσφυγή στην επιθεώρηση εργασίας ακόμη και η δικαστική οδός αποδεικνύονται πολλές φορές αναποτελεσματικές ενώ και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι είναι διστακτικοί στο να ακολουθήσουν αυτές τις πιο δυναμικές μεθόδους διεκδίκησης των δεδουλευμένων.

Το δεύτερο εξίσου σημαντικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι αφορά την πραγματική απασχόληση και τον τρόπο που αυτή δηλώνεται και αμείβεται. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων πλέον η εργασία δηλώνεται ως μερική ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πλήρη απασχόληση.

Έτσι για πρώτη φορά φέτος καταγράφηκε το φαινόμενο να έχουν δημιουργηθεί περισσότερες θέσεις εργασίας μειωμένης απασχόλησης από πλήρους. Πλην όμως αυτό για τους εργαζόμενους σημαίνει ότι δεν είναι κατοχυρωμένοι για το υπόλοιπο του μισθού τους που συνήθως λαμβάνουν ως «μαύρα» και τα οποία πολλές φορές δεν τους καταβάλλονται ενώ επίσης δεν επικολλώνται πλήρη ένσημα (25 / μήνα). Τέλος έχει καταργηθεί στην ουσία η υπερωριακή απασχόληση και η ειδική αμοιβή που ισχύει για την περίπτωση της και επαφίεται πλέον στην καλή θέληση του εργοδότη η καταβολή ή μη αμοιβής για υπερεργασία και υπερωρίες.

Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στα θέματα καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας όπου καταστρατηγείται σχεδόν πάντοτε ό,τι ορίζει ο νόμος είτε με τη μη καταβολή της αποζημίωσης είτε με καταβολή μέρους αυτής είτε με μη αναγνώριση της πραγματικής προϋπηρεσίας με σκοπό το τελικό ποσό της αποζημίωσης να είναι ιδιαίτερο συρρικνωμένο σε σχέση με το πραγματικό.

Στις περιπτώσεις της καταγγελίας και της οφειλής αποζημίωσης παρατηρείται δε και το φαινόμενο ενώ ο νόμος ορίζει τη χορήγηση της αποζημίωσης σε κάποιες διμηνιαίες δόσεις ανάλογα με την περίπτωση, πολλοί εργοδότες να διακόπτουν τη χορήγηση του υπολοίπου αυτής με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι είτε να χρειάζεται να προσφύγουν δικαστικά είτε να χάνουν το όποιο υπόλοιπο υπάρχει.

Επιπρόσθετα σημαντικό ζήτημα στα θέματα καταγγελίας είναι οι ιδιαίτερες πιέσεις που δέχονται οι εργαζόμενοι ώστε να μην πραγματοποιείται καταγγελία αλλά οικειοθελής αποχώρηση παραιτούμενοι έτσι και πάντα υπό καθεστώς πίεσης από την όποια αποζημίωση.

Ένα ιδιαίτερο θέμα που έχει ανακύψει στην αγορά εργασίας, που όμως έχει και αρκετές νομικές πτυχές , είναι το τι συμβαίνει στις περιπτώσεις που ένας εργοδότης, κυρίως εταιρείες και δη κεφαλαιουχικές (α.ε.) τίθεται υπό το καθεστώς της πτώχευσης.

Είναι χιλιάδες οι εργαζόμενοι που είχαν την ατυχία να βρεθούν εγκλωβισμένοι, τις περισσότερες φορές αφού είχε σωρευθεί κι ένας πολύ μεγάλος όγκος οφειλόμενων δεδουλευμένων, στη διαδικασία της αδυναμίας πληρωμών του εργοδότη και κατόπιν στο καθεστώς της πτώχευσης. Σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα δεδουλευμένα χάνονται και το μόνο που μπορεί να λάβει ο εργαζόμενος είναι το επίδομα αφερεγγυότητας και αυτό αφού βγει η δικαστική απόφαση της θέσης του εργοδότη στο καθεστώς της πτώχευσης, ενώ από την μέρα που παύει την εργασία του ο εργαζόμενος δεν λαμβάνει απολύτως τίποτε, ούτε καν το επίδομα ανεργίας, καθώς δεν μπορεί να λάβει στα χεριά του το τυπικό έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης.

Σε αρκετές περιπτώσεις δε που έχουν νωρίτερα προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας είναι συχνό το φαινόμενο του να εγκλωβίζονται εργαζόμενοι στην επίσχεση και να αδυνατούν να λάβουν επίδομα ανεργίας ακόμη και μετά δεύτερη δουλειά.
Οι ως άνω πρακτικές και φαινόμενα που κατά κόρον υφίστανται στη σημερινή αγορά εργασίας και σε περιπτώσεις είναι οι συνήθεις πρακτικές και όχι σποραδικά φαινόμενα έχουν ως αποτέλεσμα και μια τεράστια απώλεια για τους φορείς ασφάλισης με αποτέλεσμα τη διόγκωση των ελλειμμάτων τους. Τούτο και καθώς οι εισφορές είναι ο μοναδικός πόρος των ταμείων έχει φυσικά ως συνέπεια και την ανάγκη οι εισφορές να παραμείνουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα διατηρώντας υψηλό το μη μισθολογικό κόστος και ευνοώντας περαιτέρω την ανάπτυξη τέτοιων πρακτικών.

Συμπερασματικά μπορεί η κυβέρνηση να ετοιμάζεται για ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων με τους «θεσμούς» και τις όλο και αυξανόμενες απαιτήσεις τους πλην, όμως τούτο δεν σημαίνει πως η αγορά εργασίας δεν έχει προλάβει τις εξελίξεις.
Ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας δεν είναι τόσο η οριοθέτηση των όποιων κόκκινων γραμμών απέναντι στους έξωθεν αλλά η δυναμική παρέμβαση κι ο έλεγχος σε μια αγορά εργασίας πλήρως απορυθμισμένη, η παροχή κινήτρων για τη δημιουργία θέσεων πλήρους απασχόλησης, η μείωση του εξαιρετικά μεγάλου μη μισθολογικού κόστους, ο περιορισμός της εισφοροδιαφυγής.

Άλλωστε η εμπειρία δείχνει ότι ρυθμίσεις που υπάρχουν κατ’ όνομα η αγορά εργασίας εύκολα μπορεί να τις προσπεράσει και να δείξει την όποια ευελιξία δοκιμάζοντας τα όρια του εκάστοτε νομικού πλαισίου.

Ίσως επομένως είναι σημαντικότερο να δίνεται καθημερινά ο αγώνας για αλλαγή της παθογένειας που σήμερα υπάρχει στην αγορά εργασίας, παρά οι άσκοπες μάχες για τη διατήρηση ρυθμίσεων που την ουσία τους την έχουν προ πολλού χάσει μέσα από την συνεχή κίνηση της αγοράς.

*Ο Διονύσης Ρίζος είναι δικηγόρος Αθηνών, εξειδικευμένος στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια και οι απόψεις των σχολιαστών δεν αποτελούν απόψεις
του logia-starata.blogspot.com, και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.

Οι διαφωνίες είναι θεμιτές ή και απαραίτητες Η θέση φέρνει την αντίθεση και με λίγη διάθεση ίσως βρεθεί η σύνθεση. Για το λόγο αυτό θα παρακαλούσαμε τα σχόλιά σας να είναι κόσμια.

Υβριστικά ή προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.

loading...

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top