Του Φώτη Γεωργελέ

Νύχτα, το αυτοκίνητο παίρνει αργά τις στροφές στο σκοτεινό δρόμο. Μέσα στο αμάξι, τσακωνόμαστε. Θέμα, το αγαπημένο των διακοπών. Οι αποδείξεις. Πάλι δεν μας έδωσαν, πάλι ακούσαμε το αντιμνημονιακό ποίημα. Ωραίοι τύποι είσαστε, λέει θυμωμένα, γιατί είναι ακόμα στην ηλικία που δεν ανέχεται γκρίζες ζώνες στη ζωή. Ωραία τα γράφετε, μόλις όμως το πρόβλημα φτάσει στους φίλους μας, στο περιβάλλον μας, δεν λέτε κουβέντα. Δεν είμαι σταυροφόρος, απαντάω νευριασμένα, γιατί ξέρω ότι δεν είναι η σωστή απάντηση.

Μετά θυμάμαι μια ιστορία. Είμαι με τους φίλους μου, που γενικά συμφωνούμε σ’ όλα όσα λέμε αυτό τον καιρό, όταν ξαφνικά η κουβέντα πάει στο αφορολόγητο 2% των επιχειρήσεων ΜΜΕ. Ήταν πριν λίγα χρόνια, τότε που αποφάσισαν ότι αυτό το προνόμιο πρέπει να καταργηθεί. Α, όχι, λέω αυτόματα, αυτό είναι άδικο, έχουμε πολλά έξοδα, δύσκολο να αποδειχθούν, κ.λ.π., κ.λ.π. Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση, την επόμενη ώρα ήμουν στη μέση και άκουγα. Για τον πιο διαπλεκόμενο με την πολιτική εξουσία χώρο. Όπου νομότυπα ένα ποσοστό του τζίρου δισεκατομμυρίων «εξαφανίζεται», ο ορισμός δηλαδή της δημιουργίας πολιτικού χρήματος, μαύρου χρήματος, εξουσίας. Αντιστάθηκα αρκετή ώρα πριν ρίξω λευκή πετσέτα.

Τι ήθελα να πω μ’ αυτό που θυμήθηκα; Ότι έτσι είναι οι άνθρωποι. Ενστικτωδώς κάνουν αυτό που τους συμφέρει. Βρίσκουν κιόλας ένα σωρό δικαιολογίες κατόπιν, για να εξωραΐσουν την επιλογή τους. Μήπως οι ελεύθεροι επαγγελματίες που φοροδιαφεύγουν δεν είναι οι πιο σκληρά εργαζόμενοι Έλληνες; Δεν δουλεύουν χωρίς ωράριο, με όλο το ρίσκο, χωρίς εξασφάλιση, αξιολογούμενοι κάθε μέρα; Γιατί να πληρώσουν; Για να καλύψουν τις κομματικές αργομισθίες; Τα επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης; Δικαιολογίες υπάρχουν πάντα. Το πρόβλημα αυτής της χώρας: όλοι έχουν δίκιο. Κανείς δεν φταίει. Μέχρι ο κύκλος να γίνει φαύλος και τα επιμέρους «δίκια» να γίνουν μια γενικευμένη ανομία που οδηγεί στην καταστροφή.

Φοροδιαφεύγουν γιατί μέχρι τώρα μπορούσαν. Τους συνέφερε. Ο λογαριασμός πήγαινε στο κράτος, το οποίο δανειζόταν αφειδώς μέχρι που χρεοκόπησε. Φοροδιαφεύγουν γιατί μέχρι τώρα ο λογαριασμός πήγαινε στην άλλη μισή Ελλάδα, η οποία πλήρωνε κανονικά τους φόρους της και κάλυπτε την Ελλάδα που δεν πληρώνει. Μέχρι που κι αυτή η μισή Ελλάδα ισοπεδώθηκε μετά από τρία χρόνια συνεχών αυξήσεων της φορολογίας. Τώρα το κλασικό παιχνίδι κερδισμένων-χαμένων έχει εκφυλιστεί σ’ ένα παιχνίδι μόνο χαμένων. Οι αποδείξεις που δεν κόβονται σε όλη την Ελλάδα, η φοροδιαφυγή που δεν καταπολεμάται, γίνεται νέα μέτρα, καινούργιες μειώσεις μισθών και συντάξεων, νέοι φόροι. Δανεικά πια δεν υπάρχουν. Ό,τι λείπει για τη λειτουργία του κράτους, εμείς θα το πληρώσουμε. Μόνο η φοροδιαφυγή των ελεύθερων επαγγελματιών αν αντιμετωπιζόταν, δεν θα χρειάζονταν τα νέα μέτρα των 11,5 δις. Το Πανεπιστήμιο του Σικάγο, υπολογίζοντας τα δάνεια των τραπεζών για την απόκτηση περιουσίας, οδηγείται σε ακόμα πιο εντυπωσιακά νούμερα: Ανεβάζει τη φοροδιαφυγή σε 28 δις.

Τρία χρόνια τώρα, η κοινωνία μας αυτοκτονεί. Συνεχίζει να συμπεριφέρεται όπως πριν, όπως στα χρόνια της δανεικής ξενοιασιάς, χωρίς να παραδέχεται ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Το ατομικό και στενά επαγγελματικό συμφέρον με τα μάτια του παρελθόντος, έχει μετατραπεί σε αυτοκαταστροφική συμπεριφορά στο παρόν. Η φοροδιαφυγή δεν χρεοκοπεί απλώς το κράτος, δεν είναι μόνο μια κοινωνικά ανάλγητη συμπεριφορά προς όσους πληρώνουν. Καταστρέφει πια και τους ίδιους τους φοροφυγάδες. Φέρνει νέους φόρους, νέα βάρη, μεγαλύτερη ύφεση.

Η επιστροφή αυτών των διακοπών, συνοδεύτηκε με μια γενικευμένη συζήτηση που δείχνει ενθαρρυντικά ότι σιγά σιγά η κοινωνία μας αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Οι φίλοι, οι παρέες, στα social media, στις εφημερίδες, μόνιμη συζήτηση ήταν οι αποδείξεις, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Όσοι πλήρωναν μιλούσαν γι’ αυτά. Όχι για τη Μέρκελ, όχι για τους «δυνάστες», όχι για τις «δυνάμεις κατοχής» που μας παίρνουν τον πλούτο μας, τίποτα απ’ αυτές τις σαχλαμάρες της αγανακτισμένης πλατείας των τηλεοπτικών παραθύρων. Είχαν καταλάβει ότι αυτό το 23% του ΦΠΑ που μπροστά στα μάτια τους εξαφανιζόταν, σημαίνει 23% περαιτέρω υποβάθμιση του δικού τους βιοτικού επιπέδου. Για τους «κατακτητές» μιλούσαν μόνο όσοι δεν έκοβαν αποδείξεις.

Πραγματικά, αν κάτι ήταν πιο εκνευριστικό κι απ’ τη φοροδιαφυγή αυτό το καλοκαίρι, ήταν η αντιμνημονιακή ρητορική τους: ρε φίλε, λέω στο ΣΔΟΕ, Έλληνας εσύ Έλληνας κι εγώ, τι θέλεις, στους Γερμανούς θα τα δώσουμε; Σχεδόν νοσταλγείς τα παλιά καλά λαμόγια της δεκαετίας του ’80, του ’90. Είχαν μια συστολή, ήξεραν ότι αυτό που κάνουν είναι παράνομο. Φιλαράκι, σου ’κλειναν το μάτι, καταλαβαίνεις εσύ τώρα, μεταξύ μας είμαστε, θα τη βρούμε τη φτιάξη, θα τη στήσουμε τη μηχανή, όλοι κερδισμένοι θα βγούμε. Στις σημερινές άγριες, χωρίς δανεικά εποχές, η κοινωνική ιδιοτέλεια δεν έχει ντροπές. Σε κοροϊδεύει κατάμουτρα, φοράει την αντιμνημονιακή στολή και σου λέει στα ίσια, πλήρωσε εσύ κορόιδο, εγώ κάνω αντίσταση.

Κάνουν λάθος. Θα πληρώσουμε όλοι. Κι αυτοί ακόμα. Όσοι πληρώνουν το λογαριασμό το καταλαβαίνουν ήδη. Μένει να το καταλάβουν κι αυτοί που δεν κόβουν την απόδειξη για το λογαριασμό.

Κοιτάει περίλυπος το ξενοδοχείο του. Τέτοια εποχή, Σεπτέμβρης, τουλάχιστον τα μισά δωμάτια τα είχα κλεισμένα. Τώρα κανένα. Ακόμα και τα «γρήγορα» καράβια σταμάτησαν τα δρομολόγια, άλλες φορές σταμάταγαν τέλος Οκτώβρη, αρχές Νοέμβρη. Δεν υπάρχει τουρισμός. Οι αποδείξεις που δεν κόβατε όλο το καλοκαίρι, λέω, θα γίνουν έλλειμμα. Θα γίνουν νέα μέτρα το φθινόπωρο. Του χρόνου θα έρθουν λιγότεροι ακόμα. Αυτά που νομίζεις ότι κερδίζεις τώρα, είναι η μελλοντική σου, μεγαλύτερη ζημιά.

Έχεις δίκιο, μου απαντάει σκεφτικός. Πόσο έμεινες, 3 μέρες; Θα σου κάνω έκπτωση. Χωρίς απόδειξη, ε;

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ
 
Top